Saturday, January 5, 2013

January 6, 2013 - Additional Readings



Τω αυτώ μηνί ϛ΄, τα Άγια Θεοφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
   Τους ουρανούς βάπτισμα του Χριστού σχίσαν,
   Τους αυτό μη χραίνοντας ένδον εισάγει.
   Βάπτισεν εν ποταμώ Χριστόν Πρόδρομος κατά έκτην.
+ Tα Άγια Θεοφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν σήμερον εν πάσαις ταις αγίαις του Θεού Eκκλησίαις, την αγρυπνίαν τελούντες από το εσπέρας. Eπειδή ύστερα από τους τριάκοντα χρόνους της ηλικίας του, ηθέλησεν ο Κύριος να φανερωθή εις τους ανθρώπους, ότι είναι Θεός εν σώματι. Όταν γαρ ο Κύριος εβαπτίζετο από τον Ιωάννην, εμαρτυρήθη άνωθεν από τον Θεόν και Πατέρα με την φωνήν και με την επέλευσιν του Aγίου Πνεύματος, ότι είναι Yιός γνήσιος και ομοούσιος αυτού. Aπό τότε λοιπόν εγνωρίσθη εις όλους διά μέσου των θαυμάτων, και της υψηλής του διδασκαλίας, ότι αυτός είναι βέβαια ο Θεός, ο διά των Προφητών φανερώς κηρυττόμενος1.
Ήλθε δε εις το Βάπτισμα δι’ αιτίαν τοιαύτην. Όταν ο Κύριος έγινεν άνθρωπος δι’ ημάς, επλήρωσεν όλον τον νόμον εις όλον το διάστημα της ζωής του. Eπειδή δε ο Ιωάννης ήλθεν από την έρημον και εβάπτιζεν εις τον Ιορδάνην, κατά το γενόμενον εις αυτόν ρήμα Θεού, ήτοι κατά το πρόσταγμα και τον νόμον του Θεού, ως λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. γ΄, 2). Διά τούτο ο Κύριος θέλωντας να πληρώση και το ρήμα τούτο ως ένα θεϊκόν νόμον, τούτου χάριν ύστερον από τους τριάκοντα χρόνους της ηλικίας του, επήγεν εις τον Βαπτιστήν Ιωάννην διά να βαπτισθή, ως οι λοιποί άνθρωποι και μόλον οπού δεν είχε χρείαν βαπτίσματος, ως αναμάρτητος ων. O δε Iωάννης ευλαβούμενος τον Κύριον, και την εδικήν του αναξιότητα λογιζόμενος, έλεγεν· «Eγώ χρείαν έχω υπό σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;» Aλλ’ ο Κύριος θαρσοποιεί και παρακινεί τον Ιωάννην εις το να τον βαπτίση, δείχνωντας εις αυτόν, ότι εκείνο οπού νομίζει πως είναι απρεπές, αυτό μάλιστα είναι πρέπον, δηλαδή το να βαπτισθή ο Δεσπότης από τον δούλον. Διά τούτο και λέγει εις αυτόν· «Άφες άρτι. Ούτω γαρ πρέπον ημίν εστι, πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην». Δικαιοσύνην δε εδώ ονομάζει ο Κύριος, την τελείωσιν όλων των εντολών, κατά τον θείον Χρυσόστομον (λόγω εις το Βάπτισμα) ωσάν να λέγη. Eπειδή εγώ ετελείωσα όλας τας άλλας εντολάς του θείου νόμου, αύτη δε μόνη έμεινε, διά τούτο πρέπει να τελειώσω και αυτήν.
Τότε λοιπόν αφήκε την αντίστασιν ο Ιωάννης, όθεν βαπτισθείς υπ’ αυτού ο Κύριος, ευθύς ανέβη από του ύδατος2. Και ιδού ανοίχθησαν εις αυτόν οι ουρανοί, και είδεν ο Ιωάννης το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ωσεί περιστεράν, και ερχόμενον εις τον Ιησούν. Aλλά και φωνή από τους ουρανούς ήλθε λέγουσα· «Ούτος εστιν ο Yιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα». Eκ τούτου λοιπόν έγινε φανερόν εις τους Ιουδαίους, ότι δεν ήτον ο Ιωάννης μεγαλίτερος από τον Χριστόν, κατά την εσφαλμένην υπόληψιν, οπού είχον περί αυτού οι πολλοί. Aλλά ήτον ασυγκρίτως πολλά κατώτερος του Χριστού, και δούλος και υποχείριος αυτού. Διά τούτο γαρ και το Πνεύμα κατελθόν, ετράβιζε την φωνήν του Πατρός εις τον Ιησούν. Και έδειχνε φανερώς και ωσάν με το δάκτυλον, ότι το «Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός», δεν ερρέθη διά τον Βαπτιστήν Ιωάννην, και μόλον οπού αυτός είχε κοντά εις όλους πολλήν την δόξαν και το αξίωμα. Aλλά ερρέθη διά τον βαπτιζόμενον Ιησούν. Τελειώσας λοιπόν ο Κύριος και τούτο το νομικόν πρόσταγμα του βαπτίσματος, έλυσε την κατάραν, οπού εδόθη εις τον Aδάμ διά την παράβασιν του θείου νόμου. Και λυτρώσας ημάς από την καταδίκην, έτζι έπαυσεν εις το εξής κάθε νόμον τελετουργικόν, αναβιβάσας αυτόν εις το πνευματικώτερον και τελειότερον. Aκολούθως δε, έπαυσε και το ιουδαϊκόν βάπτισμα, και παρέδωκεν εις ημάς τους πιστεύοντας, να βαπτιζώμεθα το εις τρεις αναδύσεις και καταδύσεις γινόμενον Βάπτισμα το οποίον έχει την χάριν του Aγίου Πνεύματος, από την οποίαν ήτον υστερημένον το βάπτισμα του Ιωάννου. Βαπτισθείς γαρ ο Κύριος εις ένα και τον αυτόν ποταμόν, επλήρωσε μεν το σκιώδες και ατελές βάπτισμα, ήνοιξε δε τας θύρας του πνευματικού, και θείου της Eκκλησίας Βαπτίσματος. Το οποίον ημείς αφ’ ου εβαπτίσθημεν, χρεωστούμεν εις το εξής να φυλάττωμεν την αυτού καθαρότητα άσπιλον και αμόλυντον από αμαρτίας, διά της εργασίας των ζωοποιών εντολών. Ίνα και της Βασιλείας των Ουρανών επιτύχωμεν. (Όρα εις τον Δαμασκηνόν, και εις τον Προκόπιον, και εις τον Χρύσανθον, και εις την Σάλπιγγα, και εις την Σαγήνην, και εις τους Μαργαρίτας, και εις Μακάριον τον Κωφόν, τους περί της εορτής απλοϊκούς λόγους.)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι, ότι κατά τον Ευσέβιον, όταν εβαπτίσθη ο Κύριος ήτον τρίτη ημέρα της εβδομάδος. Αι δε των ιερών Aποστόλων Διαταγαί λέγουσιν, ότι εβαπτίσθη ώρα δεκάτη της νυκτός.
2. O θείος Χρυσόστομος απορεί. Διατί λέγει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, και Μάρκος, ότι ανέβη ο Ιησούς ευθύς από του ύδατος; Λύων ουν την απορίαν λέγει. Ότι οι μεν άλλοι άνθρωποι βαπτιζόμενοι, επειδή ήτον αμαρτωλοί, εστέκοντο μέσα εις το νερόν βουτημένοι, έως οπού ήθελαν ομολογήσει όλας τας αμαρτίας των, και τότε εύγαινον από το νερόν. Όθεν επέρνα αναμεταξύ, διάστημα καιρού. O δε Κύριος, επειδή ήτον αναμάρτητος, και αμαρτίας δεν είχε να εξομολογηθή· διά τούτο ευθύς οπού εμβήκεν εις το νερόν, ευθύς και ευγήκεν έξω (παρά τη σειρά του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου).
Ότι δε ο Χριστός βαπτισθείς, όχι μόνον ηγίασε τον Ιορδάνην ποταμόν, αλλά και όλην την φύσιν των υδάτων, μαρτυρεί σαφώς και καθαρώς, ο αυτός θείος Χρυσορρήμων, ούτως αυτολεξεί λέγων εν τω εις το Άγιον Βάπτισμα του Σωτήρος λόγω αυτού· «Αύτη εστίν η ημέρα, καθ’ ην ο Χριστός εβαπτίσατο, και την των υδάτων ηγίασε φύσιν. Διά τοι τούτο και εν μεσονυκτίω κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρεύονται, και οίκαδε τα νάματα αποτίθενται, και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν, ά τε δη σήμερον αγιασθέντων των υδάτων. Και το σημείον γίνεται εναργές, ου διαφθειρομένης της των υδάτων εκείνων φύσεως τω μήκει του χρόνου. Aλλ’ εις ενιαυτόν ολόκληρον, και δύω και τρία πολλάκις έτη, του σήμερον αντληθέντος ύδατος ακεραίου και νεαρού μένοντος. Και μετά τοσούτον χρόνον, τοις άρτι των πηγών εξαρπασθείσιν ύδασιν αμιλλωμένου» (τόμ. ε΄ της εν Eτόνη εκδόσεως). Σημείωσαι, ότι το βάπτισμα του Ιωάννου μίαν κατάδυσιν και μίαν ανάδυσιν είχε. Και ήτον, του μεν ιουδαϊκού βαπτίσματος υψηλότερον. Του δε ημετέρου, ταπεινότερον. Καθάπερ γέφυρά τις ον εκατέρων των βαπτισμάτων, απ’ εκείνου προς τούτο χειραγωγούν. Ου γαρ έλεγεν ο Ιωάννης. Πλύνον τα ιμάτιά σου, και λούσον το σώμα και έσο καθαρός. Aλλά τι; Ποιήσατε καρπούς αξίους της μετανοίας. Ουδέ Πνεύματος Aγίου χορηγίαν είχεν, ούτε αμαρτημάτων άφεσιν. O δε Κύριος, ούτε το ιουδαϊκόν, ούτε το ημέτερον Bάπτισμα εβαπτίσθη (το εις τρεις αναδύσεις και καταδύσεις γινόμενον), αλλά το του Ιωάννου (το εις μίαν κατάδυσιν γινόμενον) και τούτο, διά δύω αιτίας. Μίαν μεν, ίνα φανή ότι είναι υιός Θεού, μαρτυρούμενος από την φωνήν του Πατρός, και από την επιφοίτησιν του Aγίου Πνεύματος. Και άλλην δε, διά να πληρώση κάθε δικαιοσύνην. Καθώς ταύτα πάντα βεβαιοί ο ίδιος Χρυσόστομος εις τον αυτόν λόγον. Σημείωσαι, ότι εις τα Θεοφάνεια έχουσι λόγους Γρηγόριος ο Θεολόγος, ου η αρχή· «Πάλιν Ιησούς ο εμός». O θείος Eπιφάνιος (λόγ. εις την Aνάληψιν) πρώτην μεν εορτήν αριθμεί την Χριστού Γέννησιν, δευτέραν δε, την των Θεοφανείων ταύτην, και όρα εις την υποσημείωσιν την εις το Συναξάριον της Χριστού Γεννήσεως. O δε Νύσσης Γρηγόριος λόγον έχει εις το, «ούτός εστιν ο Yιός μου ο αγαπητός», ου η αρχή· «Ο μεν φιλόστοργος ούτος Πατήρ». Έτερον ο αυτός, ου η αρχή· «Νυν γνωρίζω την εμήν αγέλην». O Χρυσόστομος, ου η αρχή· «Πάντες ημείς εν ευθυμία». Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας, ου η αρχή· «Άνδρες φιλόχριστοι και φιλόξενοι». Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, ου η αρχή· «Πάλιν φως προερχόμενον». Γρηγόριος ο Παλαμάς, ου η αρχή· «Μετάνοια και αρχή εστι και μεσότης», ο αυτός έτερον εις την αυτήν, ου η αρχή· «Χθες συνεκκλησιάζων και συνεορτάζων». (Σώζονται πάντες εν τη Μεγίστη Λαύρα, και εν τη του Βατοπαιδίου και Ιβήρων, και εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου.) Aλλά και ο Πρόκλος, και ο Ιππόλυτος εγκώμια έχουσιν εις αυτήν (εν τη Iερά Tελετουργία).
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Η ερμηνεία της εικόνας της Βαπτίσεως του Κυρίου (Τα Θεοφάνεια)
Μέχρι τον Δ´ αἰώνα, ἡ Γέννηση καί ἡ Βάπτιση τοῦ Κυρίου ἑορτάζονταν τήν ἴδια ἡμέρα. Ἡ ἑνότης τους εἶναι ἀκόμη ὁρατή στήν παρόμοια σύσταση τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν τῶν δύο ἑορτῶν καί δείχνει μιά ὁρισμένη συμπλήρωση τοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως σ ̉ ἐκεῖνο τῆς Βαπτίσεως. Στή Γέννησή του, λέγει ὁ ἅγιος Ἰερώνυμος, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦλθε στόν κόσμο μέ κρυφό τρόπο, στήν Βάπτισή του ἐμφανίστηκε μέ φανερό τρόπο. Ἐπίσης ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: Τά Θεοφάνεια δέν εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως ἀλλά τῆς Βαπτίσεως. Πρίν ἦταν ἄγνωστη ἀπό τό λαό, μέ τή Βάπτιση, ἀποκαλύπτεται σέ ὅλους.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀναπαύεται αἰώνια ἐπάνω στόν Υἱό· ἐκδηλωτική δύναμη ἀποκαλύπτει τόν Υἱό στόν Πατέρα καί τόν Πατέρα στόν Υἱό καί πραγματοποιεῖ ἔτσι τή θεία γενεαλογία, εἶναι ἡ αἰώνια χαρά… ὅπου οἱ τρεῖς χαίρονται μαζί. Ἡ ἐνσάρκωση ριζώνεται στήν ἴδια πράξη γενεαλογίας ἀλλά πού καλύπτει προοδευτικά τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ.
Στή Γέννηση, τό Ἅγιο Πνεῦμα κατεβαίνει στήν Παρθένο καί τήν κάνει πραγματικά Θεοτόκο, Μητέρα τοῦ Θεοῦ: «τό γενώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ» (Λουκ. 1, 35). «Τό δέ παιδίον ηὔξανε… καί χάρις Θεοῦ ἦν ἐπι αὐτό» (Λουκ. 2, 40). «Καί Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καί ἡλικίᾳ καί χάριτι» (Λουκ. 2, 52). Γιά νά εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ περνᾶ ἀπό τή φυσική καί προοδευτική ἀνάπτυξή της· ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος τή συνοδεύει, ἀλλά δέν εἶναι ἀκόμη ἡ Ὑπόσταση τοῦ Πνεύματος πού ἀναπαύεται σ ̉ αὐτόν ὅπως αὐτή ἀναπαύεται αἰώνια στή θεότητά του. Λοιπόν, μιλώντας γιά τή Βάπτιση, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἰεροσολύμων καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός ἀναφέρουν τίς Πράξεις (10, 38): «Ἰησοῦν τόν ἀπό Ναζαρέτ, ὡς ἔχρισεν αὐτόν ὁ Θεός Πνεύματι Ἁγίῳ», καί ὑπογραμμίζουν στό γεγονός τό ὕψιστο σημεῖο τῆς ὡριμότητος, τήν κατακόρυφη ἐκδήλωση τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ Κυρίου ἀπό τότε ἐντελῶς θεοποιημένη. Εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Κεχρισμένος· τό πνεῦμα ἀποκαλύπτει τήν Ἀνθρωπότητά του στόν Πατέρα, καί ὁ Πατήρ τή δέχεται σάν τόν Υἱό του: «Καί ἰδού φωνή ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα: οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ὧ εὐδόκησα» (Ματθ. 3, 17). Τό πνεῦμα κατεβαίνει στόν σαρκωθέντα Υἱό σάν ἡ πνοή υἱοθεσίας κατά τήν ἴδια στιγμή ὅπου ὁ Πατήρ λέγει: «ἐγώ σήμερον γεγέννηκά σε».
Ἡ στοργή μου ἤ ἡ εὔνοιά μου εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ πού ἀπό τότε ἀναπαύεται στό Χριστό στήν ὑποστατική κάθοδο τοῦ Πνεύματος. Ὁ Θεός – Ἄνθρωπος ἀποκαλύπτεται πραγματικά Υἱός στίς δύο φύσεις του καί αὐτό τό πλήρωμα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ἀληθινοῦ ἀνθρώπου θά διαβεβαιωθεῖ πάλι κατά τό χρόνο τῆς Μεταμορφώσεως σάν ἐνέργεια πιά ἐκδηλωμένη στή Βάπτιση: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Γι ̉ αὐτό ἡ Βάπτιση ὀνομάζεται Θεοφάνεια, Ἐπιφάνεια, ἐκδήλωση τῶν Τριῶν Προσώπων στήν ὁμόφωνη μαρτυρία τους. Ἐάν τό τροπάριο τῆς Μεταμορφώσεως λέγει: Μεταμορφώθηκες γιά νά δείξεις στούς μαθητές σου τή δόξα σου, τό τροπάριο τῆς Βαπτίσεως ἀναγγέλει: Κατά τήν Βάπτισή σου στόν Ἰορδάνη, Χριστέ… ἡ φωνή τοῦ Πατρός σέ μαρτύρησε δίνοντάς σου τό ὄνομα τοῦ ἀγαπημένου Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος, μέ τή μορφή τοῦ περιστεριοῦ, διαβεβαίωσε τήν ἀναμφισβήτητη ἀλήθεια αὐτοῦ τοῦ λόγου…
Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς αὐξάνει μέχρι τήν ὡριμότητά του «καί αὐτός ἦν ὡσεί ἐτῶν τριάκοντα» (Λουκ. 3, 23) — ὅταν στή συναγωγή τῆς Ναζαρέτ ἀναγγέλει αὐτός ὁ ἴδιος πανηγυρικά. «Πνεῦμα Κυρίου ἐπε ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με» (Λουκ. 4, 18). Εἶναι ἐκεῖ τό ἴδιο τό μυστήριο στήν Ἐνσάρκωση.
Ἡ ἀνθρωπότης τοῦ Χριστοῦ περνᾶ ἀπό τόν ἐλεύθερο προσδιορισμό του. Ὁ Ἰησοῦς ἀφιερώνεται συνειδητά στήν ἐπίγεια ἀποστολή του, ὑποτάσσεται ὁλοκληρωτικά στή θέληση τοῦ Πατρός καί o Πατήρ του απαντά αποστέλλοντας σ ̉ αὐτόν τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὅλος, ὁ πυκνός καί συγκεντρωμένος συμβολισμός τῆς Βαπτίσεως πού ἡ εἰκόνα τῆς ἑορτῆς μᾶς δείχνει, κάνει νά κατανοήσουμε τή φοβερή ἔκταση αὐτῆς τῆς πράξεως. Εἶναι πιά ὁ θάνατος ἐπάνω στό Σταυρό· ὁ Χριστός λέγοντας στόν ἅγιο Ἰωάννη: «οὕτω γάρ πρέπον ἐστίν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3, 15) προλαβαίνει τόν τελευταῖο λόγο πού θά ἀντηχήσει στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ: «Πάτερ, γενηθήτω τό θέλημά σου…». Ἡ λειτουργική ἀνταπόκριση τῶν ἑορτῶν τό ὑπογραμμίζει ρητά: ἔτσι οἱ ψαλμωδίες τῆς ἀκολουθίας τῆς 3ης Ἰανουαρίου παρουσιάζουν μιά ἐκπληκτική ἀναλογία μέ ἐκεῖνες τῆς Μεγάλης Τετάρτης, ἡ ἀκολουθία τῆς 4ης Ἰανουαρίου μέ ἐκείνη τῆς Μεγάλης Πέμπτης καί ἡ ἀκολουθία τῆς 5ης Ἰανουαρίου μέ ἐκείνη τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καί τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἔχει χρισθεῖ μέ μιά ὑπηρεσία μαρτυρίας: εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς ὑποταγῆς τοῦ Χριστοῦ, τῆς τελευταίας κένωσεώς του. Ἀλλά στόν Ἰωάννη Βαπτιστή σάν Ἀρχέτυπο, σάν ἀντιπρόσωπο τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, εἶναι ὅλη ἡ Ἀνθρωπότης πού εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς θείας Ἀγάπης. Ἡ «Φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ» μεσουρανεῖ στήν πράξη τῆς Βαπτίσεως, «ἐκπλήρωση τῆς δικαιοσύνης», μέ τό θάνατο καί τήν ἀνάσταση στό τέλος ἐκπλήρωση τῆς προαιώνιας ἀποφάσεως πού ἔχουμε παρατηρήσει στήν εἰκόνα τῆς Τριάδος.
«Ἐγένετο δέ ἐν τῷ βαπτισθῆναι ἅπαντα τόν λαόν καί Ἰησοῦ βαπτισθέντος» (Λουκ. 3, 21). Ὁ Λόγος ἔρχεται ἐπάνω στή γῆ, πρός τούς ἀνθρώπους, καί ἐμεῖς εἴμαστε παρόντες τῆς πιό συνταρακτικῆς Συναντήσεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἀνθρωπότητος «ὅλος ὁ λαός». Μυστικά, στόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀναγνωρίζονται υἱοί μέσα στόν Υἱό, οἱ ἀγαπημένοι υἱοί στόν ἀγαπημένο Υἱό καί ἄρα οἱ φίλοι τοῦ Νυμφίου, οἱ μάρτυρες. Τό γένοιτο τῆς Παρθένου ὑπῆρξε τό ναί ὅλων τῶν ἀνθρώπων στήν Ἐνσάρκωση, στήν ἔλευση τοῦ Θεοῦ στούς δικούς του. Στόν ἅγιο Ἰωάννη, αὐτόν τόν ἄλλο τῶν«δικῶν του», ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λέγουν «γένοιτο» στήν Συνάντηση, στή θεία Φιλία, στή Φιλανθρωπία τοῦ Πατρός, φίλου τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως ὁ Συμεών ὠθούμενος ἀπό τό Πνεῦμα συναντᾶ καί δέχεται τόν Ἰησοῦ-βρέφος, ἐπίσης ὁ Ἰωάννης συναντᾶ καί δέχεται τόν Ἰησοῦ-Μεσσία: «Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννης· οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περί τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι ̉ αὐτοῦ» (Ἰω. 1, 6 – 7). Μαρτυρεῖ γιά ὅλους, στή θέση ὅλων καί αὐτή ἡ μαρτυρία εἶναι ἕνα γεγονός στό ἐσωτερικό ὁλοκλήρου τῆς Ἀνθρωπότητος καί ἀφορᾶ ὅλο τόν ἄνθρωπο.
Τό Δ΄ εὐαγγέλιο μιλᾶ γιά τόν Ἰωάννη στόν πρόλογό του, ἀμέσως μετά τό Λόγο, πού εἶναι στήν ἀρχή, καί ὅταν διαβάζει κανείς ὑπῆρχε ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος ἀπό τό Θεό, αἰσθάνεται ὅτι ἡ ἔλευσή του, σέ μιά ὁρισμένη ἔννοια ἔρχεται ἐπίσης ἀπό τήν ἀρχή, τήν αἰωνιότητα. Ὁ οὐρανός ἀνοίγει μπροστά ἀπό αὐτόν καί μαρτυρεῖ: «ὅτι τεθέαμαι τό Πνεῦμα καταβαῖνον ἐπ ̉ αὐτόν… οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 29 -34)· σ ̉ αὐτό τόν σύντομο λόγο εἶναι πιά, μέ μιά μορφή περιορισμένη ὅλο τό Εὐαγγέλιο. Ὁ Ἰωάννης εἶναι αὐτός πού γνωρίζει, προσδιορίζει τόν Ἀμνό γιατί εἶναι μυημένος στό μυστήριο τοῦ «ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἀπό καταβολῆς κόσμου…».
Ὁ Ἰωάννης δέν ἔχει τίποτε προαγγείλει καί εἶναι ὁ πιό μεγάλος προφήτης, ὅπως ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ προσδιορίζει τόν Χριστό. Εἶναι ὁ πιό μεγάλος διότι εἶναι ὁ πιό μικρός, αὐτό πού θέλει νά πεῖ ἀπελεύθερος ἀπό τήν ἴδια του ἐπάρκεια γιά νά μήν εἶναι ἐκεῖνος πού μένει ἐκεῖ, ἐκεῖνος ποῦ τέρπεται ἀκούοντας τή φωνή τοῦ Νυμφίου, καί ἡ χαρά του εἶναι μεγάλη χωρίς μέτρο. Εἶναι ἡ πιό ἐνδόμυχη ἐγγύτης ὅπου ὁ Λόγος ἀντηχεῖ· εἶναι κατ ̉ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ πού δέν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου παρά ὁ Λόγος τοῦ Πατρός· εἶναι κατ ̉ εἰκόνα τοῦ Πνεύματος γιατί δέν λέγει τίποτε γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά μιλᾶ στό ὄνομα Αὐτοῦ πού ἔχει ἔλθει. Εἶναι αὐτός ὁ ὁρμητικός πού ἁρπάζει τούς οὐρανούς καί τό μαρτύριό του λαμπρύνει θαυμαστά ἕνα ἀρχαῖο μοναστικό λόγιο: Δῶσε τό αἷμα σου καί πάρε τό Πνεῦμα… Μέ τή Θεοτόκο περιβάλλει τό Χριστό Κριτή καί μεσιτεύει γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Μπορεῖ νά τό κάνει γιατί ἡ φιλία του φθάνει τό ἐπίπεδο ἑνός ἄλλου μεγάλου πνευματικοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία μᾶς ἔχει ἀναφερθεῖ στά Ἀποφθέγματα τῶν Πατέρων. Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Μέγας προσευχόταν γιά τόν μαθητή του πού εἶχε ἀρνηθεῖ τό Χριστό, καί ὅταν προσευχόταν, ὁ Κύριος τοῦ ἐμφανίστηκε καί τοῦ λέγει: «Παΐσιε, γιά ποῖον προσεύχεσαι; Δέν γνωρίζεις ὅτι μέ ἔχει ἀρνηθεῖ;».Ἀλλά ὁ ἅγιος δέν ἔπαυε νά ἔχει ἔλεος καί νά προσεύχεται γιά τόν μαθητή του, καί λοιπόν ὁ Κύριος τοῦ λέγει: Παΐσιε, ἔχεις ἐξομοιωθεῖ μέ ἐμένα μέ τήν ἀγάπη σου…
Ἡ λειτουργία ὀνομάζει τόν Ἰωάννη: κήρυκα, ἄγγελο καί ἀπόστολο. Μαρτυρεῖ καί ἡ φωνή τοῦ Νυμφίου προκαλεῖ τήν πρώτη ἀποστολική κλήση: «Ἀνδρέας καί Ἰωάννης ἀκολουθοῦν τόν Ἰησοῦν» (Ἰω. 1, 37). Πιό ἀργά, ἐγκαταλείπει αὐτό τόν κόσμο καί κατεβαίνει στόν Ἅδη σάν Πρόδρομος τῆς Καλῆς Ἀγγελίας.
Τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη πρό τῶν Θεοφανείων δέν ἦταν παρά ἕνα «βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Λουκ. 3, 3), ἦταν ἡ μεταβολή τῆς τελευταίας ἀναμονῆς. Πηγαίνοντας στόν Ἰορδάνη, ὁ Ἰησοῦς δέν πῆγε νά μετανοήσει ἀφοῦ ἦταν χωρίς ἁμάρτημα· νά ποῦμε ὅτι ἔδωσε τό παράδειγμα τῆς ταπεινότητος δέν ἀπαντᾶ ἀκόμη στό μέγεθος τοῦ γεγονότος. Ἡ βάπτιση τού Ἰησοῦ εἶναι ἡ προσωπική Πεντηκοστή του, ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τά τριαδικά Θεοφάνεια: Κατά τό χρόνο τῆς βαπτίσεώς σου στόν Ἰορδάνη, Κύριε, ἐκδηλώθηκε ἡ προσκύνηση πού χρειαζόταν στήν ἁγία Τριάδα (τροπάριο ἑορτῆς). Εἶναι ἀπό αὐτό τό πλήρωμα πού ἔρχεται τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, αὐτό τό ὄνομα καθορίζεται, ἄμεσα στόν πλήρη βαπτιστικό τύπο: «εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τά λειτουργικά κείμενα ὀνομάζουν τήν ἑορτή τό μεγάλο Νέο Ἔτος γιατί τό συμβάν ἐπανέρχεται στό φῶς τῆς Τριάδος. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ στιγμή πού οἱ Ἐπίσκοποι ἐξέλεγαν γιά νά ἀναγγείλουν στίς ἐκκλησίες τό χρόνο τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς καί τή χρονολογία τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα.
Ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων προσφέρει τήν εὐαγγελική διήγηση ἀλλά προσθέτει μερικές λεπτομέρειες πού ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ στή λειτουργία τῆς ἑορτῆς καί δείχνει αὐτό πού ὁ Ἰωάννης θά μποροῦσε νά διηγηθεῖ. Ἐπάνω στήν εἰκόνα ἕνα τμῆμα ἑνός κύκλου παριστᾶ τούς οὐρανούς πού ἀνοίγουν, καί κάποτε ἀπό μιά διπλή πτυχή πού ὁμοιάζει μέ κροσσό ἑνός σύννεφου, βγαίνει τό χέρι τοῦ Πατρός πού εὐλογεῖ. Ἀπό αὐτό τόν κύκλο ἀναχωροῦν ἀκτῖνες φωτός, χαρακτηριστικό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί πού φωτίζουν τό περιστέρι. Αὐτόματη ἀνάμνηση τοῦ ἀρχικοῦ λόγου «καί ἐγένετο φῶς», ἡ ἐκδηλωτική ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, ἀποκαλύπτει τόν τριαδικό Θεό: Ἡ Τριάδα, ὁ Θεός μας, μᾶς ἐκδηλώνεται χωρίς διαίρεση. Ὁ Χριστός ἦλθε γιά νά εἶναι τό φῶς τοῦ κόσμου, πού φωτίζει αὐτούς πού κάθονταν στά σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) ἀπό ἐκεῖ δέ τό ὄνομα τῆς «Ἑορτῆς τῶν φώτων». Ἐνῶ ὁ Χριστός κατέβαινε στά νερά, ἡ φωτιά ἄναψε μέσα στόν Ἰορδάνη, εἶναι ἡ Πεντηκοστή τοῦ Κυρίου καί ὁ προεικονισμένος Λόγος, μέ στύλο φωτός δείχνει ὅτι τό βάπτισμα εἶναι φωτισμός, γέννηση τῆς ὑπάρξεως στό θεῖο φῶς.
Ἄλλοτε τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς γινόταν τό βάπτισμα τῶν κατηχουμένων καί ὁ ναός ἦταν πλημμυρισμένος ἀπό φῶς, σημεῖο μυήσεως στή γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ μάρτυρας αὐτοῦ τοῦ φωτός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι δοσμένος στό γεγονός γιατί αὐτός ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καί φαίνων» καί οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν «ἀγαλλιαθῆναι ἐν τῷ φωτί αὐτοῦ» (Ἰω. 5, 35).
Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τή μορφή ἑνός περιστεριοῦ ἐκφράζει τήν κίνηση τοῦ Πατρός πού φέρεται πρός τόν Υἱό του. Ἐξ ἄλλου, ἐξηγεῖται, κατά τούς Πατέρες, κατ ̉ ἀναλογία μέ τόν κατακλυσμό καί τό περιστέρι μέ τόν κλάδο ἐλαίας, σημεῖο τῆς εἰρήνης. Τό Ἅγιο Πνεῦμα πού φέρεται ἐπάνω ἀπό τά ἀρχέγονα νερά ἀνέδειξε τή Ζωή, ἐπίσης αὐτό πού αἰωρεῖται ἐπάνω στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, προκαλεῖ τή δεύτερη γέννηση τοῦ νέου δημιουργήματος.
Ὁ Χριστός παριστάνεται ὀρθός ἐνάντια πρός τό βυθό τοῦ νεροῦ σκεπασμένος ἀπό τά κύματα τοῦ Ἰορδάνη. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Ἰησοῦς ἀντιμετωπίζει τά κοσμικά στοιχεῖα πού περιέχουν σκοτεινές δυνάμεις: τό νερό, τόν ἀέρα καί τήν ἔρημο. Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης εἶναι ἀπό τίς μορφές τοῦ βαπτίσματος: ἡ νίκη ἀπό τό Θεό τοῦ δράκοντος τῆς θαλάσσης, τοῦ τέρατος Rahab. Ἕνα ἰδιόμελο τῆς ἑορτῆς κάνει νά κατανοήσουμε τόν Κύριο λέγοντας στόν Ἰωάννη Βαπτιστή: Προφήτη, ἔλα νά μέ βαπτίσεις… Βιάζομαι νά χαθεῖ ὁ κρυμμένος στά νερά ἐχθρός, ὁ πρίγκηπας τοῦ σκότους, γιά νά ἀπελευθερώσω τόν κόσμο ἀπό τά δίχτυα του παραχωρώντας του τήν αἰώνια ζωή. Ἔτσι, μπαίνοντας στόν Ἰορδάνη ὁ Κύριος, καθαρίζει τά νερά: Σήμερα τά κύματα τοῦ Ἰορδάνη μεταβάλλονται σέ φάρμακο καί ὅλη ἡ δημιουργία ποτίζεται μέ μυστικά κύματα… (εὐχή ἁγίου Σωφρονίου). Εἶναι ὅλο τό σύμπαν πού δέχεται τήν ἁγιοποίησή του: Ὁ Χριστός βαπτίζεται· βγαίνει ἀπό τό νερό καί μέ αὐτό ἀποκαλύπτει τόν κόσμο (ἰδιόμελο τοῦ Κοσμᾶ). Σπάζει τό κεφάλι τῶν δρακόντων καί ἀναζωογονεῖ τόν Ἀδάμ, εἶναι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἡ ἀναγέννησή της στό καθαριστικό λουτρό τοῦ μυστηρίου. Ὁ Δίδυμος Τυφλός καθορίζει: «ὁ δέ Κύριος ἔδωκέ μοι μητέρα τήν κολυμβήθραν (Ἐκκλησία), πατέρα τόν Ὕψιστον, ἀδελφόν τόν δι ̉ ἡμᾶς βαπτισθέντα Σωτῆρα».
Στήν εἰκόνα μέ τό δεξιό του χέρι ὁ Χριστός εὐλογεῖ τά νερά καί τά ἑτοιμάζει νά γίνουν τά νερά τῆς βαπτίσεως πού ἁγιάζει μέ τήν ἴδια του κατάδυση. Τό νερό ἀλλάζει σημασία, ἄλλοτε εἰκόνα τοῦ θανάτου (κατακλυσμός), εἶναι τώρα ἡ πηγή τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς (Ἀποκ. 21, 6· Ἰω. 4, 14). Μυσταγωγικά τό νερό τῆς βαπτίσεως δέχεται τήν ἀξία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Στά πόδια τοῦ Κυρίου, στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, ἡ εἰκόνα δείχνει δύο μικρές ἀνθρώπινες μορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειμένων πού ἀποτελοῦν μέρος τῆς ἀκολουθίας: «τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καί σύ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τά ὁπίσω» (Ψαλμ.113, 5). Τό τροπάριο (ἦχος Δ΄) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιού καί διῃρεῖτο τά ὕδατα ἔνθεν καί ἔνθεν· καί γέγονεν αὐτῷ ξηρά ὁδός ἡ ὑγρά εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι ̉ οὗ ἡμεῖς τήν ρέουσαν τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν». Εἰκόνα συμβολική πού μιλᾶ γιά τή μετάνοια ἀκόμη ἀόρατη τῆς κοσμικῆς φύσεως, τῆς μεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της. Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τήν ἴδια ἀρχή τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Γι ̉ αὐτό, μετά τή θεία λειτουργία γίνεται ὁ μεγάλος ἁγιασμός τῶν ὑδάτων (ἑνός ποταμοῦ, μιᾶς πηγῆς ἤ ἐντελῶς ἁπλά ἑνός δοχείου τοποθετημένου μέσα στήν ἐκκλησία).
Μιλώντας γιά τά μή ἁγιασμένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου – κατακλυσμοῦ ἡ λειτουργία τά ὀνομάζει ὑδατόστρωτο τάφο. Πραγματικά, ἡ εἰκόνα δείχνει τόν Ἰησοῦ νά εἰσέρχεται στά νερά, στόν ὑγρό τάφο. Αὐτός ἐδῶ ἔχει τή μορφή ἑνός σκοτεινοῦ σπηλαίου (εἰκονογραφική μορφή τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τό σῶμα τοῦ Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, πού προσφέρεται στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος μέ ὁλική κατάδυση, μορφή τοῦ πασχαλίου τριημέρου), γιά νά ἀποσπάσει τόν ἀρχηγό τῆς φυλῆς μας στή ζοφερή διαμονή. Συνεχίζοντας τόν προκαταβολικό συμβολισμό τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τήν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη: «καταβάς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τόν ἰσχυρόν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζει: ἡ κατάδυση καί ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου στόν ἅδη καί τῆς ἀναστάσεως.
Ὁ Χριστός παριστάνεται γυμνός, εἶναι ντυμένος μέ τήν ἀδαμική γυμνότητα καί ἔτσι ἀποδίδει στήν ἀνθρωπότητα τό ἔνδοξο παραδεισιακό ἔνδυμά της. Γιά νά δείξει τήν ὑπέρτατη πρωτοβουλία του παριστάνεται βαδίζοντας ἤ κάνοντας ἕνα βῆμα πρός τόν ἅγιο Ἰωάννη: ἐλεύθερα ἔρχεται καί κλίνει τό κεφάλι. Ὁ Ἰωάννης εἶναι ταραγμένος: ἐγώ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καί σύ ἔρχῃ πρός με; »… Ὁ Ἰησοῦς τόν διατάζει: «ἄφες ἄρτι». Ὁ Ἰωάννης τείνει τό δεξιό του χέρι σέ μιά τελετουργική χειρονομία, στό ἀριστερό κρατεῖ ἕνα εἰλητάριο, κείμενο τοῦ κηρύγματός του.
Οἱ ἄγγελοι τῆς Ἐνσαρκώσεως εἶναι σέ μιά στάση προσκυνήσεως, τά σκεπασμένα χέρια τους σέ ἔνδειξη σεβασμοῦ. Συμβολίζουν ἐπίσης καί εἰκονογραφοῦν τό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Γαλατ. 3, 27) :«Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε…».


Παύλος Ευδοκίμωφ

Menologion 3.0
DISCOURSE ON THE DAY OF THE BAPTISM OF CHRIST
of Sainted John Chrysostom, Archbishop of Constantinople
We shall now say something about the present feast. Many celebrate the feastdays and know their designations, but the cause for which they were established they know not. Thus concerning this, that the present feast is called Theophany -- everyone knows; but what this is -- Theophany, and whether it be one thing or another, they know not. And this is shameful -- every year to celebrate the feastday and not know its reason.
First of all therefore, it is necessary to say that there is not one Theophany, but two: the one actual, which already has occurred, and the second in future, which will happen with glory at the end of the world. About this one and about the other you will hear today from Paul, who in conversing with Titus, speaks thus about the present: "The grace of God hath revealed itself, having saved all mankind, decreeing, that we reject iniquity and worldly desires, and dwell in the present age in prudence and in righteousness and piety", -- and about the future: "awaiting the blessed hope and glorious appearance of our great God and Saviour Jesus Christ" (Tit. 2: 11-13). And a prophet speaks thus about this latter: "the sun shalt turn to darkness, and the moon to blood at first, then shalt come the great and illuminating Day of the Lord" (Joel 2:31). Why is not that day, on which the Lord was born, considered Theophany -- but rather this day on which He was baptised? This present day it is, on which He was baptised and sanctified the nature of water. Because on this day all, having obtained the waters, do carry it home and keep it all year, since today the waters are sanctified; and an obvious phenomenon occurs: these waters in their essence do not spoil with the passage of time, but obtained today, for one whole year and often for two or three years, they remain unharmed and fresh, and afterwards for a long time do not stop being water, just as that obtained from the fountains.
Why then is this day called Theophany? Because Christ made Himself known to all -- not then when He was born -- but then when He was baptised. Until this time He was not known to the people. And that the people did not know Him, Who He was, listen about this to John the Baptist, who says: "Amidst you standeth, Him Whom ye know not of" (Jn. 1:26). And is it surprising that others did not know Him, when even the Baptist did not know Him until that day? "And I, -- said he, -- knew Him not: but He that did send me to baptise with water, about This One did tell unto me: over Him that shalt see the Spirit descending and abiding upon Him, This One it is Who baptiseth in the Holy Spirit" (Jn. 1:33). Thus from this it is evident, that -- there are two Theophanies, and why Christ comes at baptism and on whichever baptism He comes, about this it is necessary to say: it is therefore necessary to know both the one and equally the other. And first it is necessary to speak your love about the latter, so that we might learn about the former. There was a Jewish baptism, which cleansed from bodily impurities, but not to remove sins. Thus, whoever committed adultery, or decided on thievery, or who did some other kind of misdeed, it did not free him from guilt. But whoever touched the bones of the dead, whoever tasted food forbidden by the law, whoever approached from contamination, whoever consorted with lepers -- that one washed, and until evening was impure, and then cleansed. "Let one wash his body in pure water -- it says in the Scriptures, -- and he will be unclean until evening, and then he will be clean" (Lev. 15: 5, 22: 4). This was not truly of sins or impurities, but since the Jews lacked perfection, then God, accomplishing it by means of this greater piety, prepared them by their beginnings for a precise observance of important things.
Thus, Jewish cleansings did not free from sins, but only from bodily impurities. Not so with ours: it is far more sublime and it manifests a great grace, whereby it sets free from sin, it cleanses the spirit and bestows the gifts of the Spirit. And the baptism of John was far more sublime than the Jewish, but less so than ours: it was like a bridge between both baptisms, leading across itself from the first to the last. Wherefore John did not give guidance for observance of bodily purifications, but together with them he exhorted and advised to be converted from vice to good deeds and to trust in the hope of salvation and the accomplishing of good deeds, rather than in different washings and purifications by water. John did not say: wash your clothes, wash your body, and ye will be pure, but what? -- "bear ye fruits worthy of repentance" (Mt. 3: 8). Since it was more than of the Jews, but less than ours: the baptism of John did not impart the Holy Spirit and it did not grant forgiveness by grace: it gave the commandment to repent, but it was powerless to absolve sins. Wherefore John did also say: "I baptise you with water...That One however will baptise you with the Holy Spirit and with fire" (Mt. 3: 11). Obviously, he did not baptise with the Spirit. But what does this mean: "with the Holy Spirit and with fire?" Call to mind that day, on which for the Apostles "there appeared disparate tongues like fire, and sat over each one of them" (Acts 2: 3). And that the baptism of John did not impart the Spirit and remission of sins is evident from the following: Paul "found certain disciples, and said to them: received ye the Holy Spirit since ye have believed? They said to him: but furthermore whether it be of the Holy Spirit, we shall hear. He said to them: into what were ye baptised? They answered: into the baptism of John. Paul then said: John indeed baptised with the baptism of repentance", -- repentance, but not remission of sins; for whom did he baptise? "Having proclaimed to the people, that they should believe in the One coming after him, namely, Christ Jesus. Having heard this, they were baptised in the Name of the Lord Jesus: and Paul laying his hands on them, the Holy Spirit came upon them" (Acts 19: 1-6). Do you see, how incomplete was the baptism of John? If the one were not incomplete, would then Paul have baptised them again, and placed his hands on them; having performed also the second, he shew the superiority of the apostolic Baptism and that the baptism of John was far less than his. Thus, from this we recognise the difference of the baptisms.
Now it is necessary to say, for whom was Christ baptised and by which baptism? Neither the former the Jewish, nor the last -- ours. Whence hath He need for remission of sins, how is this possible for Him, Who hath not any sins? "Of sin, -- it says in the Scriptures, -- worked He not, nor was there deceit found in His mouth" (1 Pet. 2: 22); and further, "who of you convicteth Me of Sin?" (Jn. 8: 46). And His flesh was privy to the Holy Spirit; how might this be possible, when it in the beginning was fashioned by the Holy Spirit? And so, if His flesh was privy to the Holy Spirit, and He was not subject to sins, then for whom was He baptised? But first of all it is necessary for us to recognise, by which baptism He was baptised, and then it will be clear for us. By which baptism indeed was He baptised? -- Not the Jewish, nor ours, nor John's. For whom, since thou from thine own aspect of baptism dost perceive, that He was baptised not by reason of sin and not having need of the gift of the Spirit; therefore, as we have demonstrated, this baptism was alien to the one and to the other. Hence it is evident, that He came to Jordan not for the forgiveness of sins and not for receiving the gifts of the Spirit. But so that some from those present then should not think, that He came for repentance like others, listen to how John precluded this. What he then spoke to the others then was: "Bear ye fruits worthy of repentance"; but listen what he said to Him: "I have need to be baptised of Thee, and Thou art come to me?" (Mt. 3: 8, 14). With these words he demonstrated, that Christ came to him not through that need with which people came, and that He was so far from the need to be baptised for this reason, -- so much more sublime and perfectly purer than Baptism itself. For whom was He baptised, if this was done not for repentance, nor for the remission of sins, nor for receiving the gifts of the Spirit? Through the other two reasons, of which about the one the disciple speaks, and about the other He Himself spoke to John. Which reason of this baptism did John declare? Namely, that Christ should become known to the people, as Paul also mentions: "John therefore baptised with the baptism of repentance, so that through him they should believe on Him that cometh" (Acts 19: 4); this was the consequence of the baptism. If John had gone to the home of each and, standing at the door, had spoken out for Christ and said: "He is the Son of God", such a testimony would have been suspicious, and this deed would have been extremely perplexing. So too, if he in advocating Christ had gone into the synagogues and witnessed to Him, this testimony of his might be suspiciously fabricated. But when all the people thronged out from all the cities to Jordan and remained on the banks of the river, and when He Himself came to be baptised and received the testimony of the Father by a voice from above and by the coming-upon of the Spirit in the form of a dove, then the testimony of John about Him was made beyond all questioning. And since he said: "and I knew Him not" (Jn. 1: 31), his testimony put forth is trustworthy. They were kindred after the flesh between themselves "wherefore Elizabeth, thy kinswoman, hath also conceived a son" -- said the Angel to Mary about the mother of John (Lk. 1: 36); if however the mothers were relatives, then obviously so also were the children. Thus, since they were kinsmen, -- in order that it should not seem that John would testify concerning Christ because of kinship, the grace of the Spirit organised it such, that John spent all his early years in the wilderness, so that it should not seem that John had declared his testimony out of friendship or some similar reason. But John, as he was instructed of God, thus also announced about Him, wherein also he did say: "and I knew Him not". From whence didst thou find out? "He having sent me that sayeth to baptise with water, That One did tell me" What did He tell thee? "Over Him thou shalt see the Spirit descending, like to a dove, and abiding over Him, That One is baptised by the Holy Spirit" (Jn. 1: 32-33). Dost thou see, that the Holy Spirit did not descend as in a first time then coming down upon Him, but in order to point out that preached by His inspiration -- as though by a finger, it pointed Him out to all. For this reason He came to baptism.
And there is a second reason, about which He Himself spoke -- what exactly is it? When John said: "I have need to be baptised of Thee, and Thou art come to me?" -- He answered thus: "stay now, for thus it becometh us to fulfill every righteousness" (Mt. 3: 14-15). Dost thou see the meekness of the servant? Dost thou see the humility of the Master? What does He mean: "to fulfill every righteousness?" By righteousness is meant the fulfillment of all the commandments, as is said: "both were righteous, walking faultlessly in the commandments of the Lord" (Lk. 1: 6). Since fulfilling this righteousness was necessary for all people -- but no one of them kept it or fulfilled it -- Christ came then and fulfilled this righteousness.
And what righteousness is there, someone will say, in being baptised? Obedience for a prophet was righteous. As Christ was circumcised, offered sacrifice, kept the sabbath and observed the Jewish feasts, so also He added this remaining thing, that He was obedient to having been baptised by a prophet. It was the will of God then, that all should be baptised -- about which listen, as John speaks: "He having sent me to baptise with water" (Jn. 1: 33); so also Christ: "the publicans and the people do justify God, having been baptised with the baptism of John; the pharisees and the lawyers reject the counsel of God concerning themselves, not having been baptised by him" (Lk. 7: 29-30). Thus, if obedience to God constitutes righteousness, and God sent John to baptise the nation, then Christ has also fulfilled this along with all the other commandments.
Consider, that the commandments of the law is the main point of the two denarii: this -- debt, which our race has needed to pay; but we did not pay it, and we, falling under such an accusation, are embraced by death. Christ came, and finding us afflicted by it, -- He paid the debt, fulfilled the necessary and seized from it those, who were not able to pay. Wherefore He does not say: "it is necessary for us to do this or that", but rather "to fulfill every righteousness". "It is for Me, being the Master, -- says He, -- proper to make payment for the needy". Such was the reason for His baptism -- wherefore they should see, that He had fulfilled all the law -- both this reason and also that, about which was spoken of before. Wherefore also the Spirit did descend as a dove: because where there is reconciliation with God -- there also is the dove. So also in the ark of Noah the dove did bring the branch of olive -- a sign of God's love of mankind and of the cessation of the flood. And now in the form of a dove, and not in a body -- this particularly deserves to be noted -- the Spirit descended, announcing the universal mercy of God and showing with it, that the spiritual man needs to be gentle, simple and innocent, as Christ also says: "Except ye be converted and become as children, ye shalt not enter into the Heavenly Kingdom" (Mt. 18: 3). But that ark, after the cessation of the flood, remained upon the earth; this ark, after the cessation of wrath, is taken to heaven, and now this Immaculate and Imperishable Body is situated at the right hand of the Father.
Having made mention about the Body of the Lord, I shall also say a little about this, and then the conclusion of the talk. Many now will approach the Holy Table on the occasion of the feast. But some approach not with trembling, but shoving, hitting others, blazing with anger, shouting, cursing, roughing it up with their fellows with great confusion. What, tell me, art thou troubled by, my fellow? What disturbeth thee? Do urgent affairs, for certain, summon thee? At this hour art thou particularly aware, that these affairs of thine that thou particularly rememberest, that thou art situated upon the earth, and dost thou think to mix about with people? But is it not with a soul of stone naturally to think, that in such a time thou stand upon the earth, and not exult with the Angels with whom to raise up victorious song to God? For this Christ also did describe us with eagles, saying: "where the corpse is, there are the eagles gathered" (Mt. 24: 28) -- so that we might have risen to heaven and soared to the heights, having ascended on the wings of the spirit; but we, like snakes, crawl upon the earth and eat dirt. Having been invited to supper, thou, although satiated before others, would not dare to leave before others while others are still reclining. But here, when the sacred doings are going on, thou at the very middle would pass by everything and leave? Is it for a worthy excuse? What excuse might it be? Judas, having communed that last evening on that final night, left hastily then as all the others were still reclining. Here these also are in imitation of him, who leave before the final blessing! If he had not gone, then he would not have made the betrayal; if he did not leave his co-disciples, then he would not have perished; if he had not removed himself from the flock, then the wolf would not have seized and devoured him alone; if he had separated himself from the Pastor, then he would not have made himself the prey of wild beasts. Wherefore he (Judas) was with the Jews, and those (the apostles) went out with the Lord. Dost thou see, by what manner the final prayer after the offering of the sacrifice is accomplished? We should, beloved, stand forth for this, we should ponder this, fearful of the coming judgement for this. We should approach the Holy Sacrifice with great decorum, with proper piety, so as to merit us more of God's benevolence, to cleanse one's soul and to receive eternal blessings, of which may we all be worthy by the grace and love for mankind of our Lord Jesus Christ, to with Whom the Father, together with the Holy Spirit, be glory, power, and worship now and ever and unto ages of ages.
Amen.

http://www.imka.gr/edafia/pneymatikoi-logoi/theofania-ioan-chrysostomoy.html
Εἰς τὰ Ἁγια Θεοφάνια. Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Ἡ πηγὴ τῶν εὐαγγελικῶν διδαγμάτων ἀνεῳγμένους ἔχει τοὺς ῥύακας, καὶ εἴ τις διψῶν πίνει ἐξ ἐκείνης τῆς πηγῆς,
καὶ ζωοποιεῖται·
ζωοποιεῖται δὲ κατὰ πνεῦμα καὶ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν,
εὐφροσύνην ὑπὲρ οἶνον δεχόμενος.
Ἀκόρεστος γὰρ ἡ γλυκύτης τῶν πνευματικῶν λογίων·
οὐ γὰρ εὐφραίνει κοιλίαν, ἀλλὰ καρδίαν,
καὶ λογισμοὺς εὐσεβῶν εἰς φιλοθεΐαν ἄγει.
Ἤκουες γὰρ ἀρτίως ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου βοῶντος πρὸς τὸ συνελθὸν πανταχόθεν
καὶ βαπτιζόμενον τὸ τῶν Ἰουδαίων πλῆθος·
Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν·
ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν.
Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος·
ὀπίσω, διὰ τὸν τόκον τῆς γεννήσεως.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν,
οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι.
Καὶ ποῖα ὑποδήματα βαστακτέα ὑπεφέρετο ὁ Κύριος, ὅτι ἔλεγεν, Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι;
Ἐνταῦθα ὑποδήματα, τὰ τῆς οἰκονομίας μυστήρια λέγει·
ὑποδήματα γὰρ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Κυρίου προσαγορεύεται.
Καὶ τούτου μάρτυς ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου κράζων·
Ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐκτενῶ τὸ ὑπόδημά μου.
Διὰ τοῦτο καὶ ὑποπόδιον ἤκουσεν ἡ τοῦ Κυρίου ἐνανθρώπησις,
ὡς ἐπὶ γῆς ὀφθεῖσα, καὶ τὸ τέρμα τῆς γῆς καταλαβοῦσα.
Ὅπερ καὶ ὁ προφήτης ἐκ τῶν ἑκατέρων τὴν ἐμφάνειαν ποιούμενος ἐκέκραγεν·
Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν,
καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ.
Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν·
ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν,
οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι·
αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί.
Οὗ τὸ πτύον ἐν χειρὶ αὐτοῦ·
καὶ τὸν μὲν σῖτον συνάξει εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ,
τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ.
Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος,
καὶ τὸν ἰσχυρότερον Κύριον σαλπίζοντος,
οἱ ὑπ' αὐτοῦ βαπτιζόμενοι ἀντέβαινον τῷ Ἰωάννῃ, λέγοντες·
Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα, ὦ προφῆτα;
τί σεαυτὸν συκοφαντεῖς;
σὺ τοῦ μεγάλου Ζαχαρίου υἱὸς, σὺ καὶ ἀνθρώποις ποθητὸς,
καὶ θηρίοις φοβερός.
Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα; τί ἀδολεσχεῖς;
Οὐκ ἔστι σοῦ ἰσχυρότερος.
Σὺ καὶ κατ' ἐπαγγελίαν ἐτέχθης, σὺ ὑπὸ Γαβριὴλ ἐμηνύθης,
σὺ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ἐφανερώθης,
σὺ τὴν γλῶτταν τοῦ γεννήσαντός σε δεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Γαβριὴλ διέλυσας, σὺ Ἰωάννης κέκλησαι, ὃ χάρις Θεοῦ ἑρμηνεύεται.
Τί τοίνυν συκοφαντεῖς ἑαυτόν;
Οὐκ ἔχεις τὸν ἰσχυρότερόν σου.
Ὁ δὲ Ἰωάννης, ὡς δοῦλος ὑπὲρ τοῦ Δεσπότου μαρτυρῶν, θεϊκὴν ἀξίαν σφετερίσασθαι μὴ καταδεξάμενος, ἀντεβόα τοῖς ἀντιβαίνουσιν ὄχλοις λέγων·
Ὑμεῖς, ὃ οὐκ οἴδατε, λέγετε·
ἐγὼ, ὃ οἶδα, μαρτυρῶ.
Ἰσχυρότερός μου ἔρχεται.
Ἐγὼ δι' ἐκεῖνον, ἐκεῖνος οὐ δι' ἐμέ·
ἐγὼ ἐκ στείρας, ἐκεῖνος ἐκ παρθένου·
ἐγὼ στρατιώτης, ἐκεῖνος βασιλεύς·
ἐγὼ πρόδρομος, ἐκεῖνος οὐράνιος·
ἐγὼ τὸ Πνεῦμα δεδανεισμένος, ἐκεῖνος ζωὴν παρέχει πᾶσιν ἀνθρώποις·
ἐγὼ μετανοίας κήρυξ, ἐκεῖνος υἱοθεσίας δοτήρ·
ἐγὼ βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι, προκαθαίρων ὑμᾶς ὡς σκεύη ῥερυπωμένα ταῖς ἁμαρτίαις, ἐκεῖνος ἐμβαλεῖ τὸ μύρον τῆς χάριτος·
Αὐτὸς βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρὶ,
οὐ καυστικῷ, ἀλλὰ ἁγιαστικῷ.
Ἐγὼ νουθεσίας γλῶτταν κινῶ, ἐκεῖνος δικαιοκρισίας πτύον βαστάζων, καὶ τοὺς μὲν δικαίους ὥσπερ σῖτον ὡραῖον ἐν τῇ ἀποθήκῃ τῶν οὐρανῶν ἀνενέγκει, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς καὶ μὴ μετανοήσαντας ὡς ἄχυρα τῷ ἀσβέστῳ πυρὶ παραδώσει.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν.
Ἐκεῖνον προσμείνατε, παρ' ἐκείνου τὸ τέλειον δέξασθε βάπτισμα·
ἐγὼ λύχνος ἐν μέρει, ἐκεῖνος ἥλιος πανταχοῦ.
Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστί.
Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος καὶ παραπλήσια τούτων,
οἱ ὑπ' αὐτοῦ βαπτισθέντες ὄχλοι προσέμενον ἀντιβάλλοντες πρὸς ἀλλήλους, καὶ λέγοντες·
Καρτερήσωμεν καὶ ἴδωμεν τὴν μέλλουσαν διαβαίνειν βασιλείαν ἢ φαντασίαν·
ἐφόρτωσεν ἡμῶν τὰς ἀκοὰς Ἰωάννης καταπληκτικοῖς λόγοις·
ἰσχυρότερον αὐτοῦ παραγενέσθαι λέγει,
πτύον καὶ πῦρ καὶ Πνεῦμα φέροντα.
Ἐν τούτοις τῶν ὄχλων καραδοκούντων κοσμικῆς βασιλείας παρουσίαν, ἑνὶ ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης καὶ Θεὸς ἄνωθεν διαβαῖνον, ἰδὲ καὶ ὁ Κύριος τῇ ὄψει τῆς ἐνανθρωπήσεως, μόνος, λιτὸς, μονοχίτων, ὡς εἷς τῶν ὅλων ἀνθρώπων, ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην φθάσας, προσέκλινε τὴν κεφαλὴν τῷ Ἰωάννῃ, θέλων ὑπ' αὐτοῦ βαπτισθῆναι.
Ταύτην τοίνυν τὴν ταπεινὴν θέαν τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιστασίας ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης παρὰ πολλὴν προσδοκίαν θεασάμενος, ἰλιγγίασεν, ἠπόρησε, καὶ ἐξεπλάγη·
τόπος φυγῆς περιεβλέπετο, θέλων δραπετεῦσαι· καὶ οὐχ ηὕρησεν·
ἀοράτος γὰρ ἦν κρατούμενος καὶ συνεχόμενος·
ἐβόα πρὸς τὸν κρατοῦντα Κύριον λέγων·
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Τί ποιεῖς, Δέσποτα;
τί προδίδως με τοῖς ὄχλοις εἰς θάνατον;
Νῦν ὡς ψευδολόγον. ὄχλοι λιθάσουσιν·
ἐγὼ μεγάλα περὶ σοῦ ἐκήρυξα, καὶ σὺ ὡς λιτὸς
καὶ ξένος παραγέγονας.
Τί ποιεῖς, Δέσποτα;
καὶ ἄνω Υἱὸς βασιλέως, καὶ κάτω Υἱὸς βασιλέως·
καὶ οὐδαμῶς σκῆπτρον βασιλικόν;
Δεῖξόν σου τὴν ἀξίαν·
τί μόνος καὶ λιτὸς παραγέγονας;
ποῦ σου τὸ τῶν ἀγγέλων στῖφος;
ποῦ τὸ τῶν ἀρχαγγέλων τάγμα;
ποῦ σου ἡ ἑξαπτέρυγος τῶν Χερουβὶμ λειτουργία;
ποῦ τὸ πτύον;
ποῦ τὸ πῦρ;
ποῦ σου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον;
Μωϋσῆν ἐδόξασας, νεφέλην φωτεινὴν παρέστησας, στῦλον πυρὸς πορεύεσθαι αὐτῷ παρεσκεύασας, τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀγγελικῇ δόξῃ περιήστραψας, τὸν δοῦλον ἐν τοσαύτῃ δόξῃ ἠμφίασας, καὶ σὺ ὁ Δεσπότης ἐν ἰδιωτικῷ σχήματι παραγενόμενος τὴν κεφαλήν μοι προσκλίνεις;
Ἀνάνευσον, κεφαλὴ πάντων ὑπάρχεις·
δεῖξον ὅπερ εἶς· ἔδειξας τὰ ταπεινὰ, δεῖξον καὶ τὰ ὑψηλά·
βάπτισον τοὺς παρόντας, καὶ πρὸ πάντων ἐμέ.
Τί βαπτίσαι θέλων;
Ὁ Ἰορδάνης οὐ δέξεται·
ἐγνώρισέ σε τὸν ποιητὴν, ἀνέτρεψε τὰ ῥεῖθρα εἰς τὰ ὀπίσω,
οὐ προβαίνει εἰς τὰ ἔμπροσθεν, ἀρνεῖται τὴν τάξιν.
Τὰ στοιχεῖα γνωρίζουσι, κἀγὼ μὴ γνωρίσω;
Εἰ θέλεις βαπτισθῆναι, ἑαυτὸν βάπτισον.
Οὐκ ἐκτείνω τὰς χεῖρας· ἀρνοῦνται τὴν σύνθεσιν, ναρκῶσι, συστέλλονται·
ὃ οὐκ ἐδιδάχθησαν κρατεῖν, οὐκ ἐπιδέχονται.
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Οἶδά σε τίς εἶ, καὶ γινώσκεις ὅτι οἶδά σε.
Τί με κρύπτεις τὸν εἰδότα σε;
Ἐν τῇ νηδύϊ τῆς μητρός μου ὑπάρχων κατεσφαλισμένος,
καὶ πρὸ καιροῦ τὴν ἔξοδον μὴ εὑρίσκων, μόνον ἐθεασάμην σε φερόμενον ὑπὸ τῆς παρὰ σοῦ φερομένης·
ἐγνώρισά σε, καὶ τί λαλεῖν μὴ εὑρίσκων, τὸ τῆς μητρός μου χρησάμενος στόμα, ἐβόησα δι' αὐτῆς τὰ ἐμὰ λέγων·
Πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;
Ἐκεῖ οὐκ ἐσφάλην, καὶ ὧδε οὐ γινώσκω;
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτὸν, καθὼς ἀρτίως ἤκουες·
Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
Ἄφες ἄρτι· οὐκ οἶδας ὃ λέγεις· ἐγὼ οἶδα ὃ πραγματεύομαι.
Τὴν δόξαν τῆς θεότητός μου ζητεῖς ἀποκαλυφθῆναί σοι·
οὐκ ἔχει ὁ καιρός· πάντα καλὰ ἐν καιρῷ αὐτῶν.

Σὺ ἀληθεύεις, ἀλλ' οὐ πιστεύῃ·
ἄπιστον γὰρ τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος·
οὐ γεννήματα ἐχιδνῶν αὐτοὺς προσηγόρευσας;
Πῶς οὖν τούτοις ἀνακαλυφθῆναί με θέλεις;
Οὐ δέχονταί σου τὴν περὶ ἐμοῦ μαρτυρίαν·
ὑπονοοῦσί σε διὰ τὸ ὕποπτον, ὡς εἶναι πρόδρομον·
Ἄφες ἄρτι, μείζονα μαρτυρίαν δέξονται.
Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
Ὁ δὲ Ἰωάννης λέγει πρὸς αὐτόν·
Πῶς, Δέσποτα;
Καὶ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν·
Ὥσπερ περιετμήθην, ἵνα τὸν νόμον πληρώσω,
βαπτίζομαι ἵνα τὴν χάριν κυρώσω.
Ἐὰν μέρος πληρώσω, καὶ μέρος καταλείψω,
κολοβὸν καταλιμπάνω τὴν οἰκονομίαν·
δεῖ με πάντα πληρῶσαι, ἵνα μετὰ ταῦτα γράψῃ Παῦλος·
Πλήρωμα νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι.
Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
Ἄφες, Ἰωάννη, τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν ἁγιασθῆναι· δεῖ με πάντα πληρῶσαι.
Εἰ μὴ ἐγὼ ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, οὐ καταδέξεται βασιλεὺς ὑπὸ ἱερέως πτωχοῦ βαπτισθῆναι.
Ἄφες ἄρτι, ἄφες ἄνωθεν τὸν Πατέρα ἐπιβοῆσαι,
Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἵνα μὴ ἄρχωνται οἱ Ἰουδαῖοι λέγειν υἱὸν τοῦ τέκτονος, ἀλλὰ τοῦ ἐπουρανίου Πατρός.
Ἄφες ἄρτι· μὴ ἀντίβαινε τῷ Ἀδάμ· δεύτερος Ἀδὰμ γέγονα, τὸν ἐκείνου ῥύπον τῶν πλημμελημάτων ἐκπλῦναι θέλων· εἰ μὴ ἐγὼ βαπτισθῶ, πῶς ἐκεῖνος καθαρισθήσεται;
Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τριάκοντα ἐτῶν βαπτίζομαι, τὸν ἐκείνου χρόνον ἐκδεχόμενος, ἵνα τῷ ἐκείνου τὸ ἐμὸν κυρωθῇ.
Ἄφες ἄρτι, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου·
Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.
Καὶ ἦν ἰδεῖν θεωρίαν φρικώδη.
Ἥψατο μὲν τῆς κορυφῆς τοῦ Δεσπότου σύντρομος ὁ Ἰωάννης·
ἄνωθεν δὲ οὐρανῶν ἀνοιχθέντων, κατεσκόπουν ἄγγελοι τὸ γενόμενον·
Πνεύματος δὲ χάρις ἐν εἴδει περιστερᾶς τῇ τοῦ Δεσπότου κεφαλῇ προσφοιτῶσα, τὴν τοῦ Ἰωάννου δεξιὰν παρωθεῖτο.
Εἱστήκει δὲ τὸ πλῆθος ἀπορούμενον ἐπὶ πλέον, καὶ τὸ, 
Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους λαλοῦν.
Εἶτα ὡς ἀποκρινάμενος τοῖς πλήθεσι,
Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους ζητοῦσιν, ἐβόησεν ὁ Πατὴρ, λέγων·
Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἐν ᾧ ηὐδόκησα·
αὐτοῦ ἀκούετε.
Βοᾷ τὴν εἰς τὸν Υἱὸν ὁ γεννήτωρ φιλοστοργίαν,
ἵνα μάθῃς τὴν τοῦ Κτίστου περὶ τὸν κόσμον διάθεσιν,
ὅτι τοιοῦτον ὑπὲρ τῶν τοιούτων δούλων Υἱὸν ἀπέδωκεν,
ὑπὲρ μισουμένων τὸν ποθούμενον,
ὑπὲρ ἁμαρτωλῶν τὸν ἀναμάρτητον,
ὑπὲρ ἀδόξων τὸν ἔνδοξον.
Δοξάσωμεν οὖν τὸν ἐπιφανέντα Δεσπότην σὺν τῷ Πατρὶ,
καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα,
νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.