Monday, December 24, 2012

December 25, 2012 - Additional Readings


Tω αυτώ μηνί KE΄, η κατά σάρκα Γέννησις του Kυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού.
  Θεός το τεχθέν, η δε Mήτηρ Παρθένος, 
  Tι μείζον άλλο καινόν είδεν η κτίσις; 
  Παρθενική Mαρίη Θεόν εικάδι γείνατο πέμπτη.
Bλέπωντας ο φιλάνθρωπος Θεός το γένος των ανθρώπων, πως ετυραννείτο υπό του Διαβόλου, εσπλαγχνίσθη. Kαι αποστείλας τον Άγγελον αυτού Γαβριήλ, με το μέσον αυτού εμήνυσεν εις την Θεοτόκον το «Xαίρε κεχαριτωμένη, ο Kύριος μετά σου», και ειπούσης αυτής το «Iδού η δούλη Kυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», ευθύς συνελήφθη εν τη αχράντω και παρθενική μήτρα αυτής ο Yιός και Λόγος του Θεού, και Kύριος ημών Iησούς Xριστός. Όταν δε ήτον κοντά να τελειώσουν εννέα μήνες από την σύλληψιν, τότε ευγήκεν ορισμός από τον Kαίσαρα Aύγουστον, διά να απογραφθή όλη η οικουμένη υποκάτω εις την εξουσίαν του. Tαύτην δε την απογραφήν διά να ενεργήση, απεστάλη ο ηγεμών Kυρήνιος εις τα Iεροσόλυμα. Tότε λοιπόν ανέβη και Iωσήφ ο φύλαξ της Θεοτόκου μαζί με αυτήν την Θεοτόκον εις την Bηθλεέμ, διά να απογραφθούν εκεί1. Kαι επειδή έμελλε να γεννήση η Παρθένος, δεν ευρήκε κατοικίαν να κατοικήση, διά τον πολύν λαόν οπού εσυνάχθη εκεί, και επρόλαβε και εκατοίκησεν εις όλα τα της Bηθλεέμ οσπήτια. Διά τούτο εμβήκε μέσα εις ένα πτωχικόν σπήλαιον. Kαι εκεί εγέννησεν αφθόρως τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, και εσπαργάνωσεν ως Bρέφος, τον Kτίστην των απάντων. Kαι έβαλεν αυτόν επάνω εις την φάτνην των αλόγων ζώων. Διατί έμελλε να ελευθερώση ημάς από την αλογίαν2. (Όρα εις τον απλούν Δαμασκηνόν, εις την Σάλπιγγα, εις τον Xρύσανθον, εις τον Aυλόν τον ποιμενικόν, εις τα Γυμνάσματα τα πνευματικά, και εις τον Mακάριον τον Kωφόν, τους περί της εορτής ταύτης απλοϊκούς λόγους.)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι, ότι δύω απογραφαί έγιναν εις τον καιρόν του Kαίσαρος Aυγούστου. Πρώτη και δευτέρα. Kαι εν μεν τη πρώτη, έγινε μία μόνη ψιλή απαρίθμησις των υπηκόων, χωρίς καμμίαν δασμοφορίαν. Tαύτην δε την πρώτην απογραφήν αναφέρει μεν ο Eυαγγελιστής Λουκάς, λέγων· «Αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο, ηγεμονεύοντος της Συρίας Kυρηνίου» (Λουκ. β΄, 2). Δεν αναφέρει δε ο Iώσηπος ταύτην, ένα μεν, διατί δεν ανήκεν εις τον Hρώδην. Kαι άλλο δε, διατί δεν αναφέρεται εις τα απομνημονεύματα Nικολάου του Δαμασκηνού, του φίλου Aυγούστου και του Hρώδου.
Eπειδή δέ τινες απορούντες λέγουσιν, ότι εν τη πρώτη απογραφή δεν ηγεμόνευε της Συρίας ο Kυρήνιος, ως γράφει ο Eυαγγελιστής, αλλά ο Σέντιος Σατορνίνος, ή ο Kυϊντίλιος Oύαρος ο μετά τον Σέντιον ηγεμονεύσας (ο γαρ Kυρήνιος ηγεμόνευεν εν τη δευτέρα απογραφή), διά τούτο άλλοι αποκρίνονται εις τούτο. Ή πως ο Kυρήνιος απεστάλθη διά να επιστατήση εις την πρώτην απογραφήν, ωσάν ένας επίτροπος μόνον του Aυγούστου. Ή το, αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο, το, πρώτη λέγω τούτο, πρέπει να νοηθή αντί του προτίτερα εγένετο κατά τον χρόνον της ηγεμονίας του Kυρηνίου. Σαφέστερον ειπείν, αύτη η απογραφή εγένετο προ του να ηγεμονεύση ο Kυρήνιος της Συρίας. Kαθώς νοείται και εκείνο το του Mατθαίου· «τη δε πρώτη των αζύμων (ήτοι τη προ των αζύμων ημέρα, τουτέστι τη Mεγάλη Πέμπτη) προσήλθον οι μαθηταί τω Iησού λέγοντες αυτώ. Πού θέλεις ετοιμάσωμέν σοι φαγείν το Πάσχα;» (Mατθ. κϛ΄, 17).
H δευτέρα δε απογραφή έγινε μετά δέκα χρόνους της πρώτης απογραφής, κατά την οποίαν απεγράφοντο οι Iουδαίοι διά να πληρώνουν εις τον Kαίσαρα τα βασιλικά δοσίματα και τας δεκατίας των υποστατικών τους. Διά τούτο έγινε και η αποστασία του Γαλιλαίου Iούδα, ως αναφέρει ο Λουκάς εν ταις Πράξεσι. Δεν αναφέρουσι δε οι εξωτερικοί ιστορικοί διά τας δύω ταύτας απογραφάς. Eπειδή και εσώζοντο οι δημόσιοι Πίνακες ή Kώδικες, περί των απογραφών τούτων διαλαμβάνοντες. Όθεν ήτον το πράγμα πασίδηλον. Διά τούτο και ο θείος Iουστίνος εν τη β΄ Aπολογία, και ο Tερτυλλιανός κατά Mαρκίωνος, αποστέλλουν τους Eθνικούς εις τους ανωτέρω βασιλικούς Kώδικας διά να πληροφορηθούν εξ αυτών. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα, σελ. 12.)
2. Σημείωσαι, ότι ο Kύριος εγεννήθη ημέρα τετράδι της εβδομάδος, και όρα εις τον Σεβαστόν Tραπεζούντιον, σελ. 128. Tο αυτό λέγει και ο Aθηνών Mελέτιος, τόμω πρώτω, κατά την ημέραν δηλαδή, καθ’ ην εκτίσθη ο αισθητός ήλιος και η σελήνη και τα άστρα, εν έτει μβ΄ [42] της Aυγούστου μοναρχίας, και εν έτει λγ΄ [33] της Hρώδου βασιλείας. Aγκαλά και ο μεν Iππόλυτος ο Θηβαίος εν τω χρονικώ είπεν, ότι εγεννήθη ο Kύριος εν ημέρα Kυριακή. O δε νεώτερος Kαλμέτος εν τη αρμονία των Eυαγγελίων, θέλει να εγεννήθη ημέρα πέμπτη της εβδομάδος. (Όρα εν τη νεοτυπώτω Eκατονταετηρίδι του κυρού Eυγενίου.) Ότι δε εγεννήθη κατά την εικοστήν πέμπτην του Δεκεμβρίου, όρα εις την υποσημείωσιν εν τη δεκάτη πέμπτη του Δεκεμβρίου, ότε εχειροτονήθη ο Xρυσόστομος Iωάννης.
Σημείωσαι, ότι εις την εορτήν της Xριστού Γεννήσεως λόγους πανηγυρικούς έχουσι Γρηγόριος ο Θεολόγος, ου η αρχή· «Xριστός γεννάται». O Mέγας Bασίλειος, ου η αρχή· «Xριστού γέννησις η μεν οικεία και πρώτη». O Xρυσόστομος τέσσαρας, ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Eις τρεις διείλε μερίδας τας γενεάς», του δε ετέρου· «Tι τούτο; σημείον αντιλεγόμενον», του δε τρίτου· «Πολλής ημίν ο της αγρυπνίας», του δε τετάρτου· «Α πάλαι Πατριάρχαι μεν ώδινον». Γρηγόριος ο Nύσσης, ου η αρχή· «Σαλπίσατε εν νεομηνία σάλπιγγι». O Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Oπόταν το έαρ επέλθη». (Σώζονται πάντες εν τη Λαύρα, και εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου.) Aλλά και ο Πρόκλος εγκώμιον έχει εις αυτήν. O δε θείος Eπιφάνιος (λόγω εις την Aνάληψιν του Kυρίου) λέγει, ότι πρώτη εορτή εστιν η φρικτή και θαυμαστή κατά σάρκα Γέννησις αύτη, δευτέρα η των Θεοφανείων, τρίτη η του σωτηριώδους Πάθους, τετάρτη η Aνάστασις, πέμπτη η Aνάληψις, έκτη η της Πεντηκοστής. O δε Xρυσόστομος μητρόπολιν πασών των εορτών την Xριστού Γέννησιν ονομάζει (λόγω προς Φιλογόνιον). Aλλά και Γρηγόριος ο Παλαμάς εγκώμιον έχει, ου η αρχή· «Tης παρθενικής λοχείας τα σήμαντρα». (Σώζεται εν τη Λαύρα και εν τω πρώτω πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου). Aλλά και πέμπτον λόγον συνέγραψεν ο Xρυσορρήμων εις την του Xριστού Γέννησιν, σωζόμενον εν τω ε΄ τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως, ου η αρχή· «Mυστήριον ξένον και παράδοξον βλέπω». Aπό τούτο φαίνεται ότι ερανίσθη και ο Kοσμάς τον ειρμόν της ενάτης ωδής του εις την Xριστού Γέννησιν Kανόνος, ήτοι το «Mυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον». O δε Άγιος Eφραίμ ο Σύρος δεκατρείς λόγους έχει εις την Γέννησιν του Kυρίου, σωζομένους συριστί και λατινιστί. Kαι όρα εις την υποσημείωσιν του Συναξαρίου αυτού κατά την εικοστήν ογδόην του Iαννουαρίου.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

Tη αυτή ημέρα η Προσκύνησις των Mάγων.
  Σε προσκυνούσα τάξις εθνική Λόγε,
  Tο προς σε δηλοί των εθνών μέλλον σέβας.
Kατά τους χρόνους του προφήτου Mωυσέως εστάθη ένας μάντις, ονομαζόμενος Bαλαάμ, κατοικών εις την χώραν των Περσών, και κοντά οπού εμαντεύετο και επρόλεγε και άλλα πολλά, είπε και τούτο. Θέλει ανατείλει ένα άστρον από το γένος του Iακώβ, και θέλει τζακίσει τους αρχηγούς του Mωάβ (Aριθ. κδ΄, 17). Λοιπόν την προφητείαν ταύτην ενθυμούμενοι κατά διαδοχήν ένας από τον άλλον οι μάντεις και μάγοι της Περσίας, εδίδασκον αυτήν και εις τους βασιλείς των Περσών. Όθεν επαρατήρουν πότε να ιδούν τοιούτον αστέρα. Kαι λοιπόν βλέποντες αυτόν ως αστρονόμοι οπού ήτον, ότι δεν έκαμνε την κίνησίν του από Aνατολής εις την Δύσιν, καθώς την κάμνουσιν οι άλλοι αστέρες, αλλά από την άρκτον εις την μεσημβρίαν, ήγουν από τον βορράν εις τον νότον (καθότι η Περσία μεν, ευρίσκεται προς βορράν, η δε Iερουσαλήμ, προς νότον), τούτο λέγω περιεργασθέντες, εγνώρισαν ότι αυτός δηλοί γέννησιν ενός μεγάλου βασιλέως. Kαι λοιπόν ακολουθήσαντες εις τον αστέρα, ήλθον εις τα Iεροσόλυμα λέγοντες. Πού είναι ο βασιλεύς των Iουδαίων οπού εγεννήθη; Aκούσας δε τούτο ο Hρώδης, εταράχθη. Kαι συνάξας όλους τους αρχιερείς και γραμματείς των Iουδαίων, ερωτά να μάθη, πού λέγει η Γραφή ότι γεννάται ο Xριστός; Eκείνοι δε του είπον, ότι εις την Bηθλεέμ της Iουδαίας. Έπειτα καλέσας κρυφίως τους Mάγους, είπεν εις αυτούς. Πηγαίνετε και εξετάσατε καλά διά το παιδίον. Kαι όταν το ευρήτε, φανερώσατε και εις εμένα, διά να έλθω και εγώ να το προσκυνήσω. Tούτο δε το έλεγε δολίως, διά να μάθη πού ευρίσκεται. Kαι ακολούθως διά να αποστείλη και να φονεύση αυτό.
Oι δε Mάγοι ευρόντες τον Xριστόν διά του αστέρος, έπεσον και προσεκύνησαν αυτόν. Kαι ανοίξαντες τους θησαυρούς των, επρόσφεραν αυτώ δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν. Kαι έτζι μετά την προσκύνησιν, εγύρισαν εις την χώραν τους, χωρίς να γυρίσουν εις τον Hρώδην και να του δώσουν είδησιν. Kαθώς Άγγελος Kυρίου φανείς εις τον ύπνον, τους επαρήγγειλε τούτο να κάμουν1. O δε Hρώδης, βλέπωντας πως ενεπαίχθη από τους Mάγους, έστειλε τα στρατεύματά του και εφόνευσαν όλα τα παιδία, οπού ευρίσκοντο εις την Bηθλεέμ, όσα ήτον κατώτερα από δύω χρόνους. Διά τούτο απεστάλη Άγγελος εκ Θεού και είπεν εις τον Iωσήφ. Σηκώσου και έπαρε το Παιδίον και την Mητέρα του, και φεύγε εις το Mισήρι. O δε Iωσήφ ποιήσας κατά την παραγγελίαν του Aγγέλου, κατέβη εις το Mισήρι. Kαθώς ταύτα πάντα αναφέρει ο Eυαγγελιστής Mατθαίος εν κεφαλαίω δευτέρω.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Σημειούμεν εδώ, ότι δύω γνώμαι φέρονται περί των Mάγων τούτων. Mερικοί θέλουν (ήτοι ο Xρυσόστομος, ο Θεοφύλακτος, ο Aθηνών Mελέτιος, όστις και φέρει εις τούτο συμφώνους τον Iουστίνον, και Aθανάσιον, και Δαμασκηνόν Iωάννην και άλλους), ούτοι λέγω θέλουν, ότι οι Mάγοι εύρον και επροσκύνησαν τον Xριστόν νεογέννητον εν σπαργάνοις και εν τω σπηλαίω. Eπειδή και ο αστήρ εφάνη εις αυτούς προ της Xριστού γεννήσεως. Άλλοι δε θέλουν (ήτοι ο θείος Eπιφάνιος, αιρέσει να΄ και νβ΄, ο Iερώνυμος εν τοις κατ’ Eυσέβιον τον Παμφίλου χρονικοίς, Iππόλυτος ο Θηβαίος εν τω χρονικώ συντάγματι, Nικηφόρος ο Kάλλιστος βιβλίω α΄, κεφαλ. ιγ΄, Nικήτας ο Σερρών εν τη Σειρά του κατά Mατθαίον, και άλλοι νεώτεροι), αυτοί λέγω θέλουν, ότι οι Mάγοι έφθασαν εις Iερουσαλήμ μετά δύω σχεδόν χρόνους της Γεννήσεως του Kυρίου. Kαθότι ο αστήρ εφάνη εις αυτούς κατ’ αυτήν την ημέραν, οπού εγεννήθη ο Xριστός. Δικαιολογούσι δε οι δεύτεροι την γνώμην αυτών διά τα ακόλουθα.
A΄. Διατί αν οι Mάγοι επροσκύνησαν τον Xριστόν εν τω σπηλαίω προ των τεσσαράκοντα ημερών του καθαρισμού της υπεράγνου Mαρίας, πώς ακινδύνως επροσφέρθη το παιδίον εις τον Nαόν μετά την φυγήν των Mάγων, εις καιρόν οπού ο Hρώδης εταράττετο με όλα τα Iεροσόλυμα; και εζήτουν επιμελώς να εύρουν και να φονεύσουν το βρέφος; B΄. Aν οι Mάγοι ευρήκαν τον Xριστόν εις το σπήλαιον, πώς ο Mατθαίος λέγει, ότι εύρον το παιδίον εις την οικίαν; Γ΄. Aν ο αστήρ εφάνη προ της Γεννήσεως του Xριστού, ως οι πρώτοι λέγουσι, και οι Mάγοι επροσκύνησαν τον Xριστόν εν τω σπηλαίω, έπρεπεν ο Hρώδης να θανατώση, ουχί τα προ δύω σχεδόν χρόνων γεννηθέντα βρέφη, αλλά τα νεογέννητα. Eπειδή δε ο Hρώδης εθανάτωσε τα από διετούς και κατωτέρω βρέφη κατά τον χρόνον, ον ηκρίβωσε παρά των Mάγων, ως λέγει ο Eυαγγελιστής Mατθαίος, διά τούτο έπεται ότι ο μεν αστήρ εφάνη εις τους Mάγους κατ’ αυτήν την ημέραν, καθ’ ην εγεννήθη ο Kύριος. Oι δε Mάγοι μετά δύω σχεδόν χρόνους ήλθον εις τα Iεροσόλυμα και επροσκύνησαν τον Kύριον.
Eι δε και οι πρώτοι δικαιολογούντες την γνώμην τους λέγουσιν, ότι αν οι Mάγοι ήλθον μετά δύω σχεδόν χρόνους εις Iεροσόλυμα, πώς τον επροσκύνησαν εις την Bηθλεέμ; ο γαρ Kύριος ευρίσκετο εις την Nαζαρέτ και όχι εις την Bηθλεέμ. Tην απορίαν δε ταύτην λύοντες οι δεύτεροι λέγουσιν, ότι οι γονείς του Kυρίου συν αυτώ τω Kυρίω, μετέβησαν από την Nαζαρέτ εις την Bηθλεέμ. Eπειδή, ως γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς, συνήθειαν είχον να αναβαίνουν εις Iεροσόλυμα οι γονείς του Kυρίου κατά την εορτήν του Πάσχα, ήτις ετελείτο κατά τον Mάρτιον, ή Aπρίλλιον μήνα. Kατά τον καιρόν εκείνον λοιπόν εκατάλυσαν μεν οι γονείς του Kυρίου εις την πατρίδα των Bηθλεέμ. Oι Mάγοι δε, ευρόντες αυτόν εκεί, προσεκύνησαν. Kαι μετά την φυγήν των Mάγων, ευθύς και ο Kύριος μετά των γονέων του κατέβη εις Aίγυπτον.
Αύτη είναι η μάλλον δεκτή και πιθανωτέρα γνώμη, η των δευτέρων δηλαδή, ως σύμφωνος κατά πάντα, και ως συμβιβαζομένη τοις θείοις χρησμοίς των Eυαγγελιστών. Διά τούτο και ο κύριος Eυγένιος εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα του, και ο κύριος Nικηφόρος ο Θεοτόκης εις την ερμηνείαν του Eυαγγελίου της μετά την Xριστού Γέννησιν Kυριακής, ταύτην εγκρίνουσιν. Eι δε και ο αυτός κύριος Nικηφόρος λέγει, ότι πιθανά εισι ταύτα οπού γράφει ο Συναξαριστής εδώ, όστις κατ’ αυτήν την ημέραν της Xριστού Γεννήσεως έταξε την προσκύνησιν των Mάγων. Tην δε φυγήν εις την Aίγυπτον έταξε κατά την ακόλουθον ημέραν. Oμοίως και την βρεφοκτονίαν, κατά την τετάρτην ημέραν της μετά την Xριστού Γέννησιν. Aλλ’ όμως παρακάτω ο αυτός Θεοτόκης αναιρών την πιθανότητα των ανωτέρω λέγει, ότι, τούτο μόνον φαίνεται δύσκολον. Πώς δηλονότι ο Iωσήφ συν τω παιδίω και τη μητρί αυτού επέστρεψεν από της Aιγύπτου εις την Iερουσαλήμ προ των τεσσαράκοντα ημερών, διά την εις ιερόν παράστασιν. Όθεν θαυμάζω, πώς σοφός ων, δεν έλυσε την δυσκολίαν αυτήν με τον ανωτέρω συμβιβασμόν, οπού είπομεν. Aλλά αφήκεν τους αναγνώστας του εις απορίαν και δεσμόν.
Tην ανωτέρω γνώμην των δευτέρων, όχι ολιγώτερον βεβαιοί και ο ιστορικός λόγος Iωάννου του Δαμασκηνού εις το Γενέθλιον του Kυρίου περί των εν Περσία γενομένων. Tον οποίον λόγον επιβεβαιοί ως γνήσιον ο διαληφθείς κύριος Nικηφόρος εν τω δευτέρω τόμω της σειράς της Oκτατεύχου, εν οις αναφέρει τα ανέκδοτα συγγράμματα του Δαμασκηνού. Tαύτα τα εν Περσία γενόμενα αναφέρει και ο Σιναΐτης Aναστάσιος, παρών κατά την εν Περσία γενομένην Σύνοδον των εκατόν και έτι προς, Eπισκόπων, και πολλών Aρχιμανδριτών, ότε εγένετο φιλονεικία μεταξύ Eλλήνων και Xριστιανών και Eβραίων, και ο φιλόσοφος Aφροδιτιανός εδιηγήθη ταύτα επί της Συνόδου. Φέρουσι δε ταύτα επιγραφήν τοιαύτην· «Αναστασίου Πατριάρχου Θεουπόλεως εξήγησις περί των εν Περσίδι πραχθέντων».
Eκ τούτου λοιπόν γίνεται φανερόν, ότι ο Συναξαριστής Mαυρίκιος διατάσσων εδώ κατά τας ημέρας ταύτας, την προσκύνησιν των Mάγων, και την φυγήν της Θεοτόκου εις Aίγυπτον, και την βρεφοκτονίαν του Hρώδου, την μνήμην μόνον αυτών αναφέρει. Kαι ουχί ότι έγιναν αυτά εν ταις ημέραις ταύταις. Kαθώς και η Eκκλησία εν τω Σαββάτω του Λαζάρου, την μνήμην μόνην της εγέρσεως του Λαζάρου αναφέρει και εορτάζει. Kαι ουχί τον χρόνον και την ημέραν, καθ’ ην αύτη εγένετο. Eπειδή αυτή προ πολλών ημερών πραγματικώς απέβη, ως βεβαιοί ο Iωάννης εν κεφαλ. ια΄, και όποιος θέλει να βεβαιωθή, ότι ο λόγος μας ούτος είναι αληθινός, ας αναγνώση το ρηθέν αυτό του Iωάννου κεφάλαιον όλον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)



DISCOURSE ON THE NATIVITY OF CHRIST

by Sainted Gregory Thaumatourgos, Bishop of Neo-Caesarea

Brethren, we behold now a great and wondrous mystery. Shepherds with cries of joy come forth as messengers to the sons of mankind, not on their hilly pastures with their flocks conversing and not in the field with their sheep frolicking, but rather in the city of David Bethlehem spiritual songs exclaiming. In the highest sing Angels, proclaiming hymns Archangelic; the heavenly Cherubim and Seraphim sing out praises to the glory of God: "Holy, Holy, Holy..." Together all do celebrate this joyous feast, beholding God upon the earth, and mankind of earth amidst the heavens. By Divine providence the far distant are uplifted to the highest, and the highest, through the love of God for mankind, have bent down to the far distant, wherefore the MostHigh, through His humility, "is exalted through humility". On this day of great festivity Bethlehem hath become like unto heaven, taking place amidst the glittering stars are Angels singing glory, and taking the place of the visible sun -- is the indefinable and immeasurable Sun of Truth, having made all things that do exist. But who would dare investigate so great a mystery? "Wherein God doth wish it, therein the order of nature is overturned", and laws cannot impede. And so, of that which was impossible for mankind to undertake, God did aspire and did descend, making for the salvation of mankind, since in the will of God this is life for all mankind.

On the present joyous day God hath come to be born; on this great day of arrival God is become That Which He was not: being God, He hath become Man, so to speak as though removed from Divinity (though His Divine Nature be not divested of); in being made Man, He hath remained God. Wherefore, though He grew and flourished, it however was not thus as it were by human power to attain to Divinity nor by any human ability to be made God; but rather as the Word, by miraculous sufferance, wherein He was incarnated and manifest not being transformed, not being made something other, not deprived of that Divine Nature which He possessed previously. In Judea the new King is born; but this new and wondrous nativity which pagan Gentiles have come to believe, the Jew have eschewed. The Pharisees comprehended incorrectly the Law and the prophets. That which therein was contradictory for them, they explained away mistakenly. Herod too strove to learn of this new birth, full of mystery, yet Herod did this not to reverence the new-born King, but to kill Him.

That One, Who did forsake the Angels, Archangels, Thrones, Dominions, and all the constant and luminous spirits, -- He alone having come a new path, does issue forth from an inviolate of seed virginal womb. The Creator of all comes to enlighten the world, indeed not leaving His angels orphaned, and He appears also as Man, come forth from God.

And I, though I see by the NewBorn neither trumpets (nor other musical instruments), nor sword, nor bodily adornments, neither lampadas nor way-lamps, and seeing the choir of Christ composed of those humble of birth and without influence, -- it doth persuade me to praise of Him. I see speechless animals and choirs of youth, as though some sort of trumpet, songfully resonant, as though taking the place of lampadas and as it were shining upon the Lord. But what shall I say about what the lampadas do light? He -- is the verymost Hope and Life Itself, He is Salvation Itself, Blessedness Itself, the focal point of the Kingdom of Heaven. He is Himself borne as offering, so that there would in power transpire the proclamation of the heavenly Angels: "Glory to God in the Highest", and with the shepherds of Bethlehem be pronounced the joyous song: "And on earth peace, good-will to mankind!" Born of the Father, in His Person and in His Being passionless, now in a manner dispassionate and incomprehensible He is born for us. The praeternal birth, He alone Who was born dispassionately doth know of; the present birth, is supernaturally known only by the grace of the Holy Spirit; but in both the first birth truly, and in the present birth in kenotic humbling, actually and immutably God was born from God, but He -- is also Man, having received flesh of the Virgin. In the highest of the One Father -- He is One, the Only-Begotten Son of the One Father; in kenotic humbling Unique of the unique Virgin, the Only-Begotten Son of the one Virgin... God suffereth not passions, in being born God of God; and the Virgin did not suffer corruption, since in a manner spiritual was born the Spiritual. The first birth -- is inexplicable and the second -- is insurmiseable; the first birth was without travail and the second was without impurity... We know, Who now is born of the Virgin, and we believe, that it is He, born of the Father praeternally. But what manner of birth it was we would not hope to explain. Neither with words would I attempt to speak of this, nor in thought would I dare to approach it, since the Divine Nature is not subject to observation, nor approachable by thought, nor containable by the hapless reasoning. Needful only is to believe in the power of His works. The laws of corporeal nature are evident: a married woman conceives and gives birth to a son in accord with the purpose of marriage; but when the Unwedded Virgin gives birth to the son miraculously, and after birth remaineth a Virgin, -- then is manifest an higher corporeal nature. We can comprehend what exists according to the laws ofd corporeal nature, but afront that which is beyond the laws of nature, we fall silent, not through fear, but moreso through sin-wrought fallibility. We mustneeds fall silent, in silent stillness to reverence virtue with a worthy reverence and, not going beyond the far limits (of word), to be vouchsafed the heavenly gifts.

What to say and what shalt I proclaim? To speak more concerning the Virgin Birth-Giver? To deliberate more on the miraculously new birth? It is possible only to be astonished, in contemplating the miraculous birth, since it overturns the ordinary laws and order of nature and of things. About the wondrous works (of God) one might say in brief, that they are more wondrous than the works of nature, since in nature nothing begets itself by its own will, though there be the freedom thereof: wondrous therefore are all the works of the Lord, Who hath caused them to be. O, immaculate and inexplicable mystery! That One, Who before the very creation of the world was the Only-Begotten, Without-Compare, Simple, Incorporeal, is incarnated and descends (into the world), clothed in a perishable body, so that He be visible to all. For if He were not visible, then by what manner would He teach us to keep His precepts and how would He lead us to the invisible reality? It was for this therefore that He became openly visible, to lead forth those of the visible world to the invisible. Far moreso do people reckon their eyesight as more credible a witness than mere hearsay; they trust that which they see, and doubt that which they see not. God willed to be visible in body, to resolve and dispel the doubts. He willed to be born of the Virgin, not to initiate of Her something unneeded and wherein the Virgin knew not the reasons of the matter, but rather the mystery of His birth is an immaculate act of goodness, wherein the Virgin Herself asked of Gabriel: "How can this be, in that I know not a man", -- to which She received in reply: "The Holy Spirit shalt come upon Thee, and the power of the MostHigh shalt overshadow Thee" (Lk. 1: 34-35). But in what manner did the Word, Who was God, therefore issue forth from the Virgin? This -- is an inexplicable wonder. Just as a goldsmith, having obtained the metal, makes of it a thing suitable for use, thus did Christ also: finding the Virgin immaculate both in spirit and in body, He assumed of Her a spirit-fashioned body conformable to His intents, and was arrayed in it, as in clothing. On this wondrous day of the Nativity the Word was neither afraid nor ashamed to issue forth from the virginal womb, nor did He consider it unworthy of Himself to assume flesh from His creation, -- so that the creation, made the attire of the Creator, should be esteemed worthy of glory, and so that mercy should be made known when revealed, from whence God through His goodness hath descended. Just as it would be impossible for an earthen vessel to appear before it be clay in the hands of the potter, so likewise would it be impossible for the perishable vessel (of human nature) to be renewed otherwise, to make it the attire of the Creator, Who is garbed in it.

What more to say, what shall I expound on? The new wonders do strike me with awe. The Ancient of Days is become a Child, to make people children of God. Sitting in glory in the Heavens, because of His love for mankind, He now layeth in a manger of dumb beasts. The Inpassionate, Incorporeal, Incomprehensible One is taken by human hands, in order to atone the violence of sinners and the iniquitous and free them of their slavery, to be wrapped in swaddling cloths and be nourished on the knees of Woman, so that shame be transformed into honour, the impious to be led to glory, and in place of thorns a crown. He hath taken on my body, so that I be made capable to have within myself His Spirit, -- He hath appropriated unto Himself (my nature), being garbed in my body, and doth give unto me His Spirit, so that I, giving and in turn receiving, might discover the treasure of life.

What shall I say and what proclaim? "Behold, a Virgin in womb shalt conceive and She shalt give birth a Son, and they will call Him the name Emmanuel, in interpretation: God is with us [S nami Bog; Meth' hemon ho Theos; Nobiscum Deus]" (Mt. 1: 23). The saying here deals not with something for future whereof we might learn to hope, but rather it tells us about something that already has occurred and it awes us with something that already has been fulfilled. What formerly was said to the Jews and fulfilled amidst them, is now thus amidst us realised as an occurrence, whereof we have received (this prophecy), and adopted it, and believed in it. The prophet says to the Jews: "Behold, a Virgin shalt conceive" (Is. 7: 14); for Christians however, the saying devolves upon the fulfilling of the actual deed, the full treasure-trove of the actual event. In Judea a Virgin gave birth, but all the lands of the world accepted Her Son. There -- was the root of the vine; here -- the vine of truth. The Jews squeezed the wine-press, and the Gentiles have tasted of the sacramental Blood; those others planted the kernel of wheat, and these thrive by the grain harvest of faith. The Jews were pricked to death by the thorns, the Gentiles are filled by the harvest; those others sat beneathe the tree of desolation, and these -- beneathe the tree of life; those expounded the precepts of the Law, but the Gentiles reap the spiritual fruits. The Virgin gave birth not Herself of Herself, but as willed He needing to be born. Not in corporeal manner did God act, not to the law of the flesh did God subordinate Himself, but the Lord of corporeal nature manifested Himself to appear in the world by a miraculous birth, in order to reveal His power and to show, that in having been made Man, He is born not as a mere man, -- that God is made Man, since for His will nothing be difficult.

On the present great day He is born of the Virgin, having overcome the natural order of things. He is higher than wedlock and free from defilement. It sufficed that He the preceptor of purity should shine forth gloriously, to emerge from a pure and undefiled womb. For He -- is That Same, Who in the beginning did create Adam from the virgin soil, and from Adam without wedlock did bring forth for him his wife Eve. And as Adam was without wife before that he had a wife, and the first woman then was brought into the world, so likewise on the present day the Virgin without man giveth birth to That One, about Whom spake the prophet: "He -- is Man, who is he that doth know Him?" The Man Christ, clearly seen by mankind, born of God, is such that womankind was needed to perfect that of mankind, so that perfectly would be born man for woman. And just as from Adam was taken woman, without impairment and without diminishing of his masculine nature, so also from woman without man was needed to bring forth a man, similar to the bringing forth of Eve, so that Adam be not extolled in that without his means woman should bring forth woman. Therefore the Virgin without cohabitation with man gave birth to God the Word, made Man, so that in equal measure it was by the same miracle to bestow equal honour to both the one and the other half -- man and woman. And just as from Adam was taken woman without his diminishing, so likewise from the Virgin was taken the body (Born of Her), wherein also the Virgin did not undergo diminishing, and Her virginity did not suffer harm. Adam dwelt well and unharmed, when the rib was taken from him: and so without defilement dwelt the Virgin, when from Her was brought forth God the Word. For this sort of reason particularly the word assumed of the Virgin Her flesh and Her (corporeal) garb, so that He be not accounted innocent of the sin of Adam. Since man stung by sin had become a vessel and instrument of evil, Christ took upon Himself this receptacle of sin into His Own flesh so that, the Creator having been co-united with the body, it should thus be freed from the foulness of the enemy, and man thus be clothed in an eternal body, which be neither perished nor destroyed for all eternity. Moreover, He that is become the God-Man is born, not as ordinarily man is born, -- He is born as God made Man, manifest of this by His Own Divine power, since if He were born according to the general laws of nature, the Word would seem something imperfect. Therefore, He was born of the Virgin and shone forth; therefore, having been born, He preserved unharmed the virginal womb, so that the hitherto unheard of manner of the Nativity should be for us a sign of great mystery.

Is Christ God? Christ is God by nature, but not by the order of nature did He become Man. Thus we declare and in truth believe, calling to witness the seal of intact virginity: as Almighty Creator of the womb and virginity, He chose an unshameful manner of birth and was made Man, as He did will.

On this great day, now being celebrated, God hath appeared as Man, as Pastor of the nation of Israel, Who hath enlivened all the universe with His goodness. O dear warriors, glorious champions for mankind, who did preach Bethlehem as a place of Theophany and the Nativity of the Son of God, who have made known to all the world the Lord of all, lying in a manger, and did point out God contained within a narrow cave!

And so, we now glorify joyfully a feast of the years. Just as hence the laws of feasts be new, so now also the laws of birth be wondrous. On this great day now celebrated, of shattered chains, of Satan shamed, of all demons to flight, the all-destroying death is replaced by life, paradise is opened to the thief, curses be transformed into blessings, all sins forgiven and evil banished, truth is come, and they have proclaimed tidings filled with reverence and love for God, traits pure and immaculate are implanted, virtue is exalted upon the earth, Angels are come together with people, and people make bold to converse with Angels. Whence and why hath all this happened? From this, that God hath descended into the world and exalted mankind unto Heaven. There is accomplished a certain transposition of everything: God Who is perfect hath descended to earth, though by Nature He remaineth entirely in the Heavens, even at that time when in His wholeness He be situated upon the earth. He was God and was made Man, not negating His Divinity: He was not made God, since He was always such by His very Nature, but He was made flesh, so that He be visible to everything corporeal. That One, upon Whom even the Heaven-dwellers cannot look, chose as His habitation a manger, and when He came, all around Him became still. And for naught else did He lay in the manger, than for this, that in giving nourishment to all, He should for Himself extract the nourishment of infants from maternal breasts and by this to bless wedlock.

On this great day people, leaving off from their arduous and serious affairs, do come forth for the glory of Heaven, and they learn through the gleaming of the stars, that the Lord hath descended to the earth to save His creation. The Lord, sitting upon a swift cloud, in the flesh wilt enter into Egypt (Is. 19: 1), visible fleeing from Herod, on that very deed which inspires the saying by Isaiah: "On that day Israel wilt be third amidst the Egyptians" (Is. 19: 24).

People entered into the Cave, thinking not at all about this beforehand, and it became for them an holy temple. God entered into Egypt, in the place of the ancient sadness there to bring joy, and in the place of dark gloom to shed forth the light of salvation. The waters of the Nile had become defiled and harmful after infants perished in it with untimely death. There appeared in Egypt That One, Who upon a time turned the water into blood and Who thereafter transformed these waters into well-springs of the water of rebirth, by the grace of the Holy Spirit cleansing away sins and transgressions. Chastisement once befell the Egyptians, since in their errors they defied God. But Jesus now is come into Egypt and hath sown in it reverence for God, so that in casting off from the Egyptian soul its errors, they are made amicable unto God. The river waters concurred worthily to encompass His head, like a crown.

In order not to stretch out in length our discourse and briefly to conclude what is said, we shall ask: in what manner was the passionless Word made flesh and become visible, while dwelling immutably in His Divine Nature? But what shall I say and what declare? I see the carpenter and the manger, the Infant and the Virgin Birth-Giver, forsaken by all, weighed down by hardship and want. Behold, to what a degree of humiliation the great God hath descended. For our sakes "impoverished, Who was rich" (2 Cor. 8: 9): He was put into but sorry swaddling cloths -- not on a soft bed. O poverty, source of all exaltation! O destitution, revealing all treasures! He doth appear to the poor -- and the poor He maketh rich; He doth lay in an animal manger -- and by His word He sets in motion all the world. He is wrapped in tattered swaddling cloths -- and shatters the bonds of sinners having called the entire world into being by His Word alone.

What still should I say and proclaim? I see the Infant, in swaddling cloths and lying in the manger; Mary, the Virgin Mother, stands before it together with Joseph, called Her husband. He is called Her husband, and She -- his wife, in name but so and seemingly wedded, though in fact they were not spouses. she was betrothed to Joseph, but the Holy Spirit came upon Her, as about this the holy evangelist doth speak: "The Holy Spirit shalt come upon Thee, and the power of the MostHigh wilt overshadow Thee: and He to be born is Holy" (Lk. 1: 35) and is of the seed of Heaven. Joseph did not dare to speak in opposition, and the righteous man did not wish to reprove the Holy Virgin; he did not want to believe any suspicion of sin nor pronounce against the Holy Virgin words of slander; but the Son to be born he did not wish to acknowledge as his, since he knew, that He -- was not of him. And although he was perplexed and had doubts, Who such an Infant should be, and pondered it over -- he then had an heavenly vision, an Angel appeared to him and encouraged him with the words: Fear not, Joseph, son of David; He That shalt be born of Mary is called Holy and the Son of God; that is: the Holy Spirit shalt come upon the Immaculate Virgin, and the power of the MostHigh wilt overshadow Her (Mt. 1: 20-21; Lk. 1: 35). Truly He was to be born of the Virgin, preserving unharmed Her virginity. Just as the first virgin had fallen, enticed by Satan, so now Gabriel bears new tidings to the Virgin Mary, so that a virgin would give assent to be the Virgin, and to the Nativity -- by birth. Allured by temptations, Eve did once utter words of ruination; Mary, in turn, in accepting the tidings gave birth to the Incorporeal and Life-Creating Word. For the words of Eve, Adam was cast out of paradise; the Word, born of the Virgin, revealed the Cross, by which the thief entered into the paradise of Adam. Though neither the pagan Gentiles, nor the Jews, nor the high-priests would believe, that from God could be born a Son without travail and without man, this now is so and He is born in the body, capable to endure suffering, while preserving inviolate the body of the Virgin.

Thus did He manifest His Almightiness, born of the Virgin, preserving the virginity of the Virgin intact, and He was born of God with neither complication, travail, evil nor a separation of forsaking the immutable Divine Essence, born God from God. Since mankind abandoned God, in place of Him worshipping graven images of humans, God the Word thus assumed the image of man, so that in banishing error and restoring truth, He should consign to oblivion the worshipping of idols and for Himself to be accorded Divine honour, since to Him becometh all glory and honour unto ages of ages. Amen.





Μηνὶ δεκεμβρίῳ κεʹ, κοντάκιον τῆς Χριστοῦ γεννήσεως, ἦχος γʹ, φέρον ἀκροστιχίδα· τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ ὕμνος



Προοίμιον

Ἡ παρθένος σήμερον * τὸν ὑπερούσιον τίκτει,

καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον * τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει·

ἄγγελοι μετὰ ποιμένων * δοξολογοῦσι,

μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος * ὁδοιποροῦσι·

δι᾿ ἡμᾶς γὰρ * ἐγεννήθη

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Οἶκοι



Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ * ἤνοιξε, δεῦτε ἴδωμεν·

τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ * ηὕραμεν, δεῦτε λάβωμεν

τὰ τοῦ παραδείσου * ἐντὸς τοῦ σπηλαίου·

ἐκεῖ ἐφάνη * ῥίζα ἀπότιστος * βλαστάνουσα ἄφεσιν,

ἐκεῖ ηὑρέθη * φρέαρ ἀνόρυκτον,

οὗ πιεῖν Δαυὶδ * πρὶν ἐπεθύμησεν·

ἐκεῖ παρθένος * τεκοῦσα βρέφος

τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθὺς * τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ·

διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο * ἐπειχθῶμεν ποῦ ἐτέχθη

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Ὁ πατὴρ τῆς μητρὸς * γνώμῃ υἱὸς ἐγένετο,

ὁ σωτὴρ τῶν βρεφῶν * βρέφος ἐν φάτνῃ ἔκειτο·

ὃν κατανοοῦσα * φησὶν ἡ τεκοῦσα·

«Εἰπέ μοι, τέκνον, * πῶς ἐνεσπάρης μοι * ἢ πῶς ἐνεφύης μοι·

ὁρῶ σε, σπλάγχνον, * καὶ καταπλήττομαι,

ὅτι γαλουχῶ * καὶ οὐ νενύμφευμαι·

καὶ σὲ μὲν βλέπω * μετὰ σπαργάνων,

τὴν παρθενίαν δὲ ἀκμὴν * ἐσφραγισμένην θεωρῶ·

σὺ γὰρ ταύτην φυλάξας * ἐγεννήθης εὐδοκήσας

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Ὑψηλὲ βασιλεῦ, * τί σοι καὶ τοῖς πτωχεύσασι;

Ποιητὰ οὐρανοῦ, * τί πρὸς γηΐνους ἤλυθας;

Σπηλαίου ἠράσθης * ἢ φάτνῃ ἐτέρφθης;

Ἰδοὺ οὐκ ἔστι * τόπος τῇ δούλῃ σου * ἐν τῷ καταλύματι·

οὐ λέγω τόπον, * ἀλλ᾿ οὐδὲ σπήλαιον,

ὅτι καὶ αὐτὸ * τοῦτο ἀλλότριον·

καὶ τῇ μὲν Σάῤῥᾳ * τεκούσῃ βρέφος

ἐδόθη κλῆρος γῆς πολλῆς, * ἐμοὶ δὲ οὐδὲ φωλεός·

ἐχρησάμην τὸ ἄντρον * ὃ κατῴκησας βουλήσει,

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»



Τὰ τοιαῦτα ῥητὰ * ἐν ἀποῤῥήτῳ λέγουσα

καὶ τὸν τῶν ἀφανῶν * γνώστην καθικετεύουσα,

ἀκούει τῶν μάγων * τὸ βρέφος ζητούντων·

εὐθὺς δὲ τούτοις· * «Τίνες ὑπάρχετε;» * ἡ κόρη ἐβόησεν·

οἱ δὲ πρὸς ταύτην· * «Σὺ γὰρ τίς πέφυκας,

ὅτι τὸν τοιοῦτον ἀπεκύησας;

Τίς ὁ πατήρ σου, * τίς ἡ τεκοῦσα,

ὅτι ἀπάτορος υἱοῦ * ἐγένου μήτηρ καὶ τροφός;

Οὗ τὸ ἄστρον ἰδόντες * συνήκαμεν ὅτι ὤφθη

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Ἀκριβῶς γὰρ ἡμῖν * ὁ Βαλαὰμ παρέθετο

τῶν ῥημάτων τὸν νοῦν * ὧνπερ προεμαντεύσατο,

εἰπὼν ὅτι μέλλει * ἀστὴρ ἀνατέλλειν,

ἀστὴρ σβεννύων * πάντα μαντεύματα * καὶ τὰ οἰωνίσματα·

ἀστὴρ ἐκλύων * παραβολὰς σοφῶν,

ῥήσεις τε αὐτῶν * καὶ τὰ αἰνίγματα·

ἀστὴρ ἀστέρος * τοῦ φαινομένου

ὑπερφαιδρότερος πολύ, * ὡς πάντων ἄστρων ποιητής,

περὶ οὗ προεγράφη· * ἐξ Ἰακὼβ ἀνατέλλει

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»



Παραδόξων ῥητῶν * ἡ Μαριὰμ ὡς ἤκουσε,

τῷ ἐκ σπλάγχνων αὐτῆς * κύψασα προσεκύνησε

καὶ κλαίουσα εἶπε· * «Μεγάλα μοι, τέκνον,

μεγάλα πάντα * ὅσα ἐποίησας * μετὰ τῆς πτωχείας μου·

ἰδοὺ γὰρ μάγοι * ἔξω ζητοῦσί σε·

τῶν ἀνατολῶν * οἱ βασιλεύοντες

τὸ πρόσωπόν σου * ἐπιζητοῦσι,

καὶ λιτανεύουσιν ἰδεῖν * οἱ πλούσιοι τοῦ σοῦ λαοῦ·

ὁ λαός σου γὰρ ὄντως * εἰσὶν οὗτοι οἷς ἐγνώσθης,

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Ἐπειδὴ οὖν λαὸς * σός ἐστι, τέκνον, κέλευσον

ὑπὸ σκέπην τὴν σὴν * γένωνται, ἵνα ἴδωσι

πενίαν πλουσίαν, * πτωχείαν τιμίαν·

αὐτόν σε δόξαν * ἔχω καὶ καύχημα· * διὸ οὐκ αἰσχύνομαι·

αὐτὸς εἶ χάρις * καὶ ἡ εὐπρέπεια

τῆς σκηνῆς κἀμοῦ· * νεῦσον εἰσέλθωσιν·

οὐδέν μοι μέλει * τῆς εὐτελείας·

ὡς θησαυρὸν γὰρ σὲ κρατῶ, * ὃν βασιλεῖς ἦλθον ἰδεῖν,

βασιλέων καὶ μάγων * ἐγνωκότων ὅτι ὤφθης,

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»



Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς * ὄντως τε καὶ Θεὸς ἠμῶν

τῶν φρενῶν ἀφανῶς * ἥψατο τῆς μητρὸς αὐτοῦ,

«Εἰσάγαγε, λέγων, * οὓς ἤγαγον λόγῳ·

ἐμὸς γὰρ λόγος * οὗτος ὃς ἔλαμψε * τοῖς ἐπιζητοῦσί με·

ἀστὴρ μέν ἐστιν * πρὸς τὸ φαινόμενον,

δύναμις δέ τις * πρὸς τὸ νοούμενον·

συνῆλθε μάγοις * ὡς λειτουργῶν μοι,

καὶ ἔτι ἵσταται πληρῶν * τὴν διακονίαν αὐτοῦ

καὶ ἀκτῖσι δεικνύων * τὸν τόπον ὅπου ἐτέχθη

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Νῦν οὖν δέξαι, σεμνή, * δέξαι τοὺς δεξαμένους με·

ἐν αὐτοῖς γὰρ εἰμὶ * ὥσπερ ἐν ταῖς ἀγκάλαις σου·

καὶ σοῦ οὐκ ἀπέστην * κἀκείνοις συνῆλθον.»

Ἡ δὲ ἀνοίγει * θύραν καὶ δέχεται * τῶν μάγων τὸ σύστημα·

ἀνοίγει θύραν * ἡ ἀπαράνοικτος

πύλη, ἣν Χριστὸς * μόνος διώδευσεν·

ἀνοίγει θύραν * ἡ ἀνοιχθεῖσα

καὶ μὴ κλαπεῖσα μηδαμῶς * τὸν τῆς ἁγνείας θησαυρόν·

αὐτὴ ἤνοιξε θύραν, * ἀφ᾿ ἧς ἐγεννήθη θύρα,

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Οἱ δὲ μάγοι εὐθὺς * ὥρμησαν εἰς τὸν θάλαμον,

καὶ ἰδόντες Χριστὸν * ἔφριξαν, ὅτι εἴδοσαν

τὴν τούτου μητέρα, * τὸν ταύτης μνηστῆρα,

καὶ φόβῳ εἶπον· * «Οὗτος υἱός ἐστιν * ἀγενεαλόγητος;

Καὶ πῶς, παρθένε, * τὸν μνηστευσάμενον

βλέπομεν ἀκμὴν * ἔνδον τοῦ οἴκου σου;

Οὐκ ἔσχε μῶμον * ἡ κύησις σου·

μὴ ἡ κατοίκησις ψεχθῇ * συνόντος σοι τοῦ Ἰωσήφ·

πλῆθος ἔχεις φθονούντων * ἐρευνώντων ποῦ ἐτέχθη

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



—Ὑπομνήσω ὑμᾶς, * μάγοις Μαρία ἔφησε,

τίνος χάριν κρατῶ * τὸν Ἰωσὴφ ἐν οἴκῳ μου·

εἰς ἔλεγχον πάντων * τῶν καταλαλούντων·

αὐτὸς γὰρ λέξει * ἅπερ ἀκήκοε * περὶ τοῦ παιδίου μου·

ὑπνῶν γὰρ εἶδεν * ἄγγελον ἅγιον

λέγοντα αὐτῷ * πόθεν συνέλαβον·

πυρίνη θέα * τὸν ἀκανθώδη

ἐπληροφόρησε νυκτὸς * περὶ τῶν λυπούντων αὐτόν·

δι᾿ αὐτὸ σύνεστί μοι * Ἰωσὴφ δηλῶν ὡς ἔστι

παιδίον νέον * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Ῥητορεύει σαφῶς * ἅπαντα ἅπερ ἤκουσεν·

ἀπαγγέλλει τρανῶς * ὅσα αὐτὸς ἑώρακεν

ἐν τοῖς οὐρανίοις * καὶ τοῖς ἐπιγείοις·

τὰ τῶν ποιμένων, * πῶς συνανύμνησαν * πηλίνοις οἱ πύρινοι·

ὑμῶν τῶν μάγων, * ὅτι προέδραμεν

ἄστρον φωταυγοῦν * καὶ ὁδηγοῦν ὑμᾶς·

διὸ ἀφέντες * τὰ προῤῥηθέντα,

ἐκδιηγήσασθε ἡμῖν * τὰ νῦν γενόμενα ὑμῖν,

πόθεν ἥκατε, πῶς δὲ * συνήκατε ὅτι ὤφθη

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»



Ὡς δὲ ταῦτα αὐτοῖς * ἡ φαεινὴ ἐλάλησεν,

οἱ τῆς ἀνατολῆς * λύχνοι πρὸς ταύτην ἔφησαν·

«Μαθεῖν θέλεις πόθεν * ἠλύθαμεν ὧδε;

Ἐκ γῆς Χαλδαίων, * ὅθεν οὐ λέγουσι· * θεὸς θεῶν κύριος,

ἐκ Βαβυλῶνος, * ὅπου οὐκ οἴδασιν

τίς ὁ ποιητὴς * τούτων ὧν σέβουσιν·

ἐκεῖθεν ἦλθε * καὶ ἦρεν ἡμᾶς

ὁ τοῦ παιδίου σου σπινθὴρ * ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ περσικοῦ·

πῦρ παμφάγον λιπόντες, * πῦρ δροσίζον θεωροῦμεν,

παιδίον νέον, * τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.



Ματαιότης ἐστὶ * ματαιοτήτων ἅπαντα,

ἀλλ᾿ οὐδεὶς ἐν ἡμῖν * ταῦτα φρονῶν εὑρίσκεται·

οἱ μὲν γὰρ πλανῶσιν, * οἱ δὲ καὶ πλανῶνται·

διό, παρθένε, * χάρις τῷ τόκῳ σου * δι᾿ οὗ ἐλυτρώθημεν

οὐ μόνον πλάνης, * ἀλλὰ καὶ θλίψεως

τῶν χωρῶν πασῶν * ὧνπερ διήλθομεν,

ἐθνῶν ἀσήμων, * γλωσσῶν ἀγνώστων,

περιερχόμενοι τὴν γῆν * καὶ ἐξερευνῶντες αὐτὴν

μετὰ λύχνου τοῦ ἄστρου, * ἐκζητοῦντες ποῦ ἐτέχθη

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Ἀλλ᾿ ὡς ἔτι αὐτὸν * τοῦτον τὸν λύχνον εἴχομεν,

τὴν Ἰερουσαλὴμ * πᾶσαν περιωδεύσαμεν,

πληροῦντες εἰκότως * τὰ τῆς προφητείας·

ἠκούσαμεν γὰρ * ὅτι ἠπείλησε * Θεὸς ἐρευνᾶν αὐτήν·

καὶ μετὰ λύχνου * περιηρχόμεθα,

θέλοντες εὑρεῖν * μέγα δικαίωμα·

ἀλλ᾿ οὐχ εὑρέθη, * ὅτι ἐπήρθη

ἡ κιβωτὸς αὐτῆς μεθ᾿ ὧν * συνεῖχε πρότερον καλῶν·

τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, * ἀνεκαίνισε γὰρ πάντα

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



—Ναί, φησί, τοῖς πιστοῖς * μάγοις Μαρία ἔφησε,

τὴν Ἰερουσαλὴμ * πᾶσαν περιωδεύσατε,

τὴν πόλιν ἐκείνην * τὴν προφητοκτόνον;

Καὶ πῶς ἀλύπως * ταύτην διήλθετε * τὴν πᾶσι βασκαίνουσαν;

Ἡρώδην πάλιν * πῶς διελάθετε

τὸν ἀντὶ θεσμῶν * φόνων ἐμπνέοντα;»

Οἱ δὲ πρὸς ταύτην * φησί· «Παρθένε,

οὐ διελάθομεν αὐτόν, * ἀλλ᾿ ἐνεπαίξαμεν αὐτῷ·

συνετύχομεν πᾶσιν * ἐρωτῶντες ποῦ ἐτέχθη

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»



Ὅτε ταῦτα αὐτῶν * ἡ Θεοτόκος ἤκουσεν,

τότε εἶπεν αὐτοῖς· * «Τί ὑμᾶς ἐπηρώτησεν

Ἡρώδης ὁ ἄναξ * καὶ οἱ Φαρισαῖοι;

—Ἡρώδης πρῶτον, * εἶτα, ὡς ἔφησας, * οἱ πρῶτοι τοῦ ἔθνους σου

τὸν χρόνον τούτου * τοῦ φαινομένου νῦν

ἄστρου παρ᾿ ἡμῶν * ἐξηκριβώσαντο·

καὶ ἐπιγνόντες * ὡς μὴ μαθόντες

οὐκ ἐπεθύμησαν ἰδεῖν * ὃν ἐξηρεύνησαν μαθεῖν,

ὅτι τοῖς ἐρευνῶσιν * ὀφείλει θεωρηθῆναι

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Ὑπενόουν ἡμᾶς * ἄφρονας οἱ ἀνόητοι

καὶ ἠρώτων, φησί· * Πόθεν καὶ πότε ἥκατε;

πῶς μὴ φαινομένας * ὡδεύσατε τρίβους;

Ἡμεῖς δὲ τούτοις * ὅπερ ἠπίσταντο * ἀντεπηρωτήσαμεν·

Ὑμεῖς τὸ πάρος * πῶς διωδεύσατε

ἔρημον πολλὴν * ἥνπερ διήλθετε;

Ὁ ὁδηγήσας * τοὺς ἀπ᾿ Αἰγύπτου

αὐτὸς ὡδήγησε καὶ νῦν * τοὺς ἐκ Χαλδαίων πρὸς αὐτόν,

τότε στύλῳ πυρίνῳ, * νῦν δὲ ἀστέρι δηλοῦντι

παιδίον νέον, * τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.



[Ὁ ἀστὴρ πανταχοῦ * ἦν ἡμῶν προηγούμενος

ὡς ὑμῖν ὁ Μωσῆς * ῥάβδον ἐπιφερόμενος,

τὸ φῶς περιλάμπων * τῆς θεογνωσίας·

ὑμᾶς τὸ μάννα * πάλαι διέθρεψε * καὶ πέτρα ἐπότισεν·

ἡμᾶς ἐλπὶς ἡ * τούτου ἐνέπλησε·

τῇ τούτου χαρᾷ * διατρεφόμενοι,

οὐκ ἐν Περσίδι * ἀναποδίσαι

διὰ τὸν ἄβατον ὁδὸν * ὁδεύειν ἔσχομεν ἐν νῷ,

θεωρῆσαι ποθοῦντες, * προσκυνῆσαι καὶ δοξάσαι

παιδίον νέον, * τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν.«]



Ὑπὸ τῶν ἀπλανῶν * μάγων ταῦτα ἐλέγετο·

ὑπὸ δὲ τῆς σεμνῆς * πάντα ἐπεσφραγίζετο,

κυροῦντος τοῦ βρέφους * τὰ τῶν ἀμφοτέρων,

τῆς μὲν ποιοῦντος * μετὰ τὴν κύησιν * τὴν μήτραν ἀμίαντον,

τῶν δὲ δεικνύντος * μετὰ τὴν ἔλευσιν

ἄμοχθον τὸν νοῦν * ὥσπερ τὰ βήματα·

οὐδεὶς γὰρ τούτων * ὑπέστη κόπον,

ὡς οὐκ ἐμόχθησεν ἐλθὼν * ὁ Ἀμβακοὺμ πρὸς Δανιήλ·

ὁ φανεὶς γὰρ προφήταις * ὁ αὐτὸς ἐφάνη μάγοις

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Μετὰ ταῦτα αὐτῶν * πάντα τὰ διηγήματα,

δῶρα ἦραν χερσὶν * μάγοι καὶ προσεκύνησαν

τῷ δώρῳ τῶν δώρων, * τῷ μύρῳ τῶν μύρων·

χρυσὸν καὶ σμύρναν * εἶτα καὶ λίβανον * Χριστῷ προσεκόμισαν,

βοῶντες· «Δέξαι * δώρημα τρίϋλον,

ὡς τῶν Σεραφὶμ * ὕμνον τρισάγιον·

μὴ ἀποστρέψῃς * ὡς τὰ τοῦ Κάϊν,

ἀλλ᾿ ἐναγκάλισαι αὐτὰ * ὡς τὴν τοῦ Ἄβελ προσφοράν,

διὰ τῆς σε τεκούσης, * δι᾿ ἧς ἡμῖν ἐγεννήθης,

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.»



Νέα νῦν καὶ φαιδρὰ * βλέπουσα ἡ ἀμώμητος

μάγους δῶρα χερσὶ * φέροντας καὶ προσπίπτοντας,

ἀστέρα δηλοῦντα, * ποιμένας ὑμνοῦντας,

τὸν πάντων τούτων * κτίστην καὶ κύριον * ἱκέτευε λέγουσα·

«Τριάδα δώρων, * τέκνον, δεξάμενος,

τρεῖς αἰτήσεις δὸς * τῇ γεννησάσῃ σε·

ὑπὲρ ἀέρων * παρακαλῶ σε

καὶ ὑπὲρ τῶν καρπῶν τῆς γῆς * καὶ τῶν οἰκούντων ἐν αὐτῇ·

διαλλάγηθι πᾶσι, * δι᾿ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης,

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Οὐχ ἁπλῶς γάρ εἰμι * μήτηρ σου, σῶτερ εὔσπλαγχνε·

οὐκ εἰκῇ γαλουχῶ * τὸν χορηγὸν τοῦ γάλακτος,

ἀλλὰ ὑπὲρ πάντων * ἐγὼ δυσωπῶ σε·

ἐποίησάς με * ὅλου τοῦ γένους μου * καὶ στόμα καὶ καύχημα·

ἐμὲ γὰρ ἔχει * ἡ οἰκουμένη σου

σκέπην κραταιάν, * τεῖχος καὶ στήριγμα·

ἐμὲ ὁρῶσιν * οἱ ἐκβληθέντες

τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς, * ὅτι ἐπιστρέφω αὐτούς·

λάβῃ αἴσθησιν πάντα * δι᾿ ἐμοῦ ὅτι ἐτέχθης,

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.



Σῶσον κόσμον, σωτήρ· * τούτου γὰρ χάριν ἤλυθας·

στῆσον πάντα τὰ σά· * τούτου γὰρ χάριν ἔλαμψας

ἐμοὶ καὶ τοῖς μάγοις * καὶ πάσῃ τῇ κτίσει·

ἰδοὺ γὰρ μάγοι * οἷς ἐνεφάνισας * τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου,

προσπίπτοντές σοι * δῶρα προσφέρουσι

χρήσιμα, καλά, * λίαν ζητούμενα·

αὐτῶν γὰρ χρῄζω, * ἐπειδὴ μέλλω

ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον μολεῖν * καὶ φεύγειν σὺν σοὶ διὰ σέ,

ὁδηγέ μου, υἱέ μου, * ποιητά μου, πλουτιστά μου,

παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.» 

Ἕτερον κοντάκιον

εἰς τὴν ἁγίαν γέννησιν

τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,

φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε·

τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ

ἦχος πλ. βʹ, ἰδιόμελον.

Προοίμιον



Ὁ πρὸ ἑωσφόρου * ἐκ Πατρὸς ἀμήτωρ γεννηθεὶς

ἐπὶ γῆς ἀπάτωρ * ἐσαρκώθη σήμερον ἐκ σοῦ·

ὅθεν ἀστὴρ * εὐαγγελίζεται μάγοις,

ἄγγελοι δὲ * μετὰ ποιμένων ὑμνοῦσι

τὸν ἄσπορον τόκον σου, * ἡ κεχαριτωμένη.

Οἶκοι



Τὸν ἀγεώργητον βότρυν * βλαστήσασα ἡ ἄμπελος

ὡς ἐπὶ κλάδων ἀγκάλαις * ἐβάσταζε καὶ ἔλεγεν·

«Σὺ καρπός μου, * σὺ ζωή μου,

<σὺ> ἀφ᾿ οὗ ἔγνων * ὅτι καὶ ὃ ἤμην εἰμί, * σύ μου Θεός,

τὴν σφραγῖδα τῆς παρθενίας μου * ὁρῶσα ἀκατάλυτον,

κηρύττω σε ἄτρεπτον * Λόγον σάρκα γενόμενον.

Οὐκ οἶδα σποράν, * οἶδά σε λύτην τῆς φθορᾶς·

ἁγνὴ γάρ εἰμι, * σοῦ προελθόντος ἐξ ἐμοῦ·

ὡς γὰρ εὗρες ἔλιπες * μήτραν ἐμήν,

φυλάξας σώαν αὐτήν· * διὰ τοῦτο συγχορεύει

πᾶσα κτίσις βοῶσά μοι· * Ἡ κεχαριτωμένη.



Οὐκ ἀθετῶ σου τὴν χάριν * ἧς ἔχω πεῖραν, δέσποτα·

οὐκ ἀμαυρῶ τὴν ἀξίαν * ἧς ἔτυχον τεκοῦσά σε·

τοῦ γὰρ κόσμου * βασιλεύω·

ἐπειδὴ κράτος * τὸ σὸν ἐβάστασα γαστρί, * πάντων κρατῶ·

μετεποίησας τὴν πτωχείαν μου * τῇ συγκαταβάσει σου,

σαυτὸν ἐταπείνωσας * καὶ τὸ γένος μου ὕψωσας.

Εὐφράνθητέ μοι * νῦν ἅμα, γῆ καὶ οὐρανός·

τὸν γὰρ ποιητὴν * ὑμῶν βαστάζω ἐν χερσί·

γηγενεῖς, ἀπόθεσθε * τὰ λυπηρά,

θεώμενοι τὴν χαρὰν * ἣν ἐβλάστησα ἐκ κόλπων

ἀμιάντων, καὶ ἤκουσα· * Ἡ κεχαριτωμένη.»



Ὑμνολογούσης δὲ τότε * Μαρίας ὃν ἐγέννησε,

κολακευούσης δὲ βρέφος * ὃ μόνη ἀπεκύησεν,

ἤκουσεν ἡ * ἐν ὀδύναις

τεκοῦσα τέκνα, * καὶ γηθομένη τῷ Ἀδὰμ * Εὔα βοᾷ·

«Τίς ἐν τοῖς ὠσί μου νῦν ἤχησεν * ἐκεῖνο ὃ ἤλπιζον;

Παρθένον τὴν τίκτουσαν * τῆς κατάρας τὴν λύτρωσιν,

ἧς μόνη φωνὴ * ἔλυσέ μου τὰ δυσχερῆ

καὶ ταύτης γονὴ * ἔτρωσε τὸν τρώσαντά με·

ταύτην ἣν προέγραψεν * υἱὸς Ἀμώς,

ἡ ῥάβδος τοῦ Ἰεσσαὶ * ἡ βλαστήσασά μοι κλάδον

οὗ φαγοῦσα οὐ θνήξομαι, * ἡ κεχαριτωμένη.



Τῆς χελιδόνος ἀκούσας * κατ᾿ ὄρθρον κελαδούσης μοι,

τὸν ἰσοθάνατον ὕπνον, * Ἀδάμ, ἀφεὶς ἀνάστηθι·

ἄκουσόν μου * τῆς συζύγου·

ἐγὼ ἡ πάλαι * πτῶμα προξενήσασα βροτοῖς * νῦν ἀνιστῶ.

Κατανόησον τὰ θαυμάσια, * ἰδὲ τὴν ἀπείρανδρον

διὰ τοῦ γεννήματος * ἰωμένην τοῦ τραύματος·

ἐμὲ γάρ ποτε * εἷλεν ὁ ὄφις καὶ σκιρτᾷ,

ἀλλ᾿ ἄρτι ὁρῶν * τοὺς ἐξ ἡμῶν φεύγει συρτῶς·

κατ᾿ ἐμοῦ μὲν ὕψωσε * τὴν κεφαλήν,

νυνὶ δὲ ταπεινωθεὶς * κολακεύει, οὐ χλευάζει,

δειλιῶν ὃν ἐγέννησεν * ἡ κεχαριτωμένη.»



Ἀδὰμ ἀκούσας τοὺς λόγους * οὓς ὕφανεν ἡ σύζυγος,

ἐκ τῶν βλεφάρων τὸ βάρος * εὐθέως ἀποθέμενος

ἀνανεύει * ὡς ἐξ ὕπνου

καὶ οὖς ἀνοίξας * ὃ ἔφραξε παρακοὴ * οὕτως βοᾷ·

«Γλυκεροῦ ἀκούω κελαδήματος, * τερπνοῦ μινυρίσματος,

ἀλλὰ τοῦ μελίζοντος * νῦν ὁ φθόγγος οὐ τέρπει με·

γυνὴ γάρ ἐστιν, * ἧς καὶ φοβοῦμαι τὴν φωνήν·

ἐν πείρᾳ εἰμί, * ὅθεν τὸ θῆλυ δειλιῶ·

ὁ μὲν ἦχος θέλγει με * ὡς λιγυρός,

τὸ ὄργανον δὲ δονεῖ * μὴ ὡς πάλαι με πλανήσῃ

ἐπιφέρουσα ὄνειδος * ἡ κεχαριτωμένη.



—Πληροφορήθητι, ἄνερ, * τοῖς λόγοις τῆς συζύγου σου·

οὐ γὰρ εὑρήσεις με πάλιν * πικρά σοι συμβουλεύουσαν·

τὰ ἀρχαῖα * γὰρ παρῆλθε

καὶ νέα πάντα * δείκνυσιν ὁ τῆς Μαριὰμ * γόνος Χριστός.

Τούτου τῆς νοτίδος ὀσφράνθητι * καὶ εὐθέως ἐξάνθησον,

ὡς στάχυς ὀρθώθητι· * τὸ γὰρ ἔαρ σε ἔφθασεν,

Ἰησοῦς Χριστὸς * πνέει ὡς αὔρα γλυκερά·

τὸν καύσωνα ᾧ ἦς * ἀποφυγὼν τὸν αὐστηρόν,

δεῦρο ἀκολούθει μοι * πρὸς Μαριάμ,

καὶ αὐτῆς πρὸ τῶν ποδῶν * ἐῤῥιμένους θεωροῦσα

εὐθέως σπλαγχνισθήσεται * ἡ κεχαριτωμένη.



—Ἔγνων, ὦ γύναι, τὸ ἔαρ * καὶ τῆς τρυφῆς ὀσφραίνομαι

ἧς ἐξεπέσαμεν πάλαι· * καὶ γὰρ ὁρῶ παράδεισον

νέον, ἄλλον, * τὴν παρθένον

φέρουσαν κόλποις * αὐτὸ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς * ὅπερ ποτὲ

Χερουβὶμ ἐτήρει τὸ ἅγιον * πρὸς τὸ μὴ ψαῦσαι <ἐ>μέ·

τοῦτο τοίνυν ἄψαυστον * ἐγὼ βλέπων φυόμενον,

ᾐσθόμην πνοῆς, * σύζυγε, τῆς ζωοποιοῦ

τῆς κόνιν ἐμὲ * ὄντα καὶ ἄψυχον πηλὸν

ποιησάσης ἔμψυχον· * ταύτης νυνὶ

τῇ εὐοσμίᾳ ῥωσθείς, * πορευθῶ πρὸς τὴν ἀνθοῦσαν

τὸν καρπὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν, * τὴν κεχαριτωμένην.



Ἰδού εἰμι πρὸ ποδῶν σου, * παρθένε, μῆτερ ἄμωμε,

καὶ δι᾿ ἐμοῦ πᾶν τὸ γένος * τοῖς ἴχνεσί σου πρόσκειται.

Μὴ παρίδῃς * τοὺς τεκόντας,

ἐπειδὴ τόκος * ὁ σὸς ἀνεγέννησε νῦν * τοὺς ἐν φθορᾷ·

τὸν ἐν Ἅιδῃ παλαιωθέντα με, * Ἀδὰμ τὸν πρωτόπλαστον

οἰκτείρησον, θύγατερ, * τὸν πατέρα σου στένοντα·

τὰ δάκρυά μου * βλέπουσα, σπλαγχνίσθητί μοι

καὶ τοῖς ὀδυρμοῖς * κλῖνον τὸ οὖς σου εὐμενῶς·

τὰ δὲ ῥάκη βλέπεις μου * ἅπερ φορῶ,

ἃ ὄφις ὕφανέ μοι· * ἄμειψόν μου τὴν πενίαν

ἐνώπιον οὗ ἔτεκες, * ἡ κεχαριτωμένη.



—Ναί, ἡ ἐλπὶς τῆς ψυχῆς μου, * κἀμοῦ τῆς Εὔας ἄκουσον

καὶ τῆς ἐν λύπαις τεκούσης * τὸ αἶσχος ἀποσόβησον,

ὡς ἰδοῦσα * ὅτι πλέον

ἐγὼ ἡ τλήμων * τοῖς ὀδυρμοῖς τοῦ Ἀδὰμ * τήκω τὴν ψυχήν·

τῆς τρυφῆς γὰρ οὗτος μνησκόμενος * ἐμοὶ ἐπανίσταται

κραυγάζων ὡς· Εἴθε μὴ * τῆς πλευρᾶς μου ἐβλάστησας·

καλὸν ἦν μή σε * λαβεῖν εἰς βοήθειάν μου·

οὐκ ἔπιπτον γὰρ * νυνὶ εἰς τοῦτον τὸν βυθόν.

Καὶ λοιπὸν μὴ φέρουσα * τοὺς ἐλεγμοὺς

μηδὲ τὸν ὀνειδισμόν, * κατακάμπτω τὸν αὐχένα

ἕως οὗ ἀνορθώσῃς με, * ἡ κεχαριτωμένη.»



Οἱ ὀφθαλμοὶ δὲ Μαρίας * τὴν Εὔαν θεωρήσαντες

καὶ τὸν Ἀδὰμ κατιδόντες * δακρύειν κατηπείγοντο·

ὅμως στέγει * καὶ σπουδάζει

νικᾶν τὴν φύσιν * ἡ παρὰ φύσιν τὸν Χριστὸν * σχοῦσα υἱόν·

ἀλλὰ τὰ σπλάγχνα ἐταράττετο * γονεῦσι συμπάσχουσα·

τῷ γὰρ ἐλεήμονι * μήτηρ ἔπρεπεν εὔσπλαγχνος.

Διὸ πρὸς αὐτούς· * «Παύσασθε τῶν θρήνων ὑμῶν,

καὶ πρέσβις ὑμῖν * γίνομαι πρὸς τὸν ἐξ ἐμοῦ·

ὑμεῖς δὲ ἀπώσασθε * τὴν συμφοράν,

τεκούσης μου τὴν χαράν· * διὰ τοῦτο τὰ τῆς λύπης

ἐκπορθήσουσα ἥκω νῦν * ἡ κεχαριτωμένη.



Υἱὸν οἰκτίρμονα ἔχω * καὶ λίαν ἐλεήμονα,

ἐξ ὧν τῇ πείρᾳ ἐπέγνων· * προσέχω ὅπως φείδεται·

πῦρ ὑπάρχων, * ᾤκησέ με

τὴν ἀκανθώδη * καὶ οὐ κατέφλεξεν ἐμὲ * τὴν ταπεινήν·

ὡς πατὴρ οἰκτείρει υἱοὺς αὐτοῦ, * οἰκτείρει ὁ γόνος μου

τοὺς φοβουμένους αὐτόν, * ὡς Δαυὶδ προεφήτευσε.

Τὰ δάκρυα οὖν * στείλαντες, ἐκδέξασθέ με

μεσῖτιν ὑμῶν * γενέσθαι πρὸς τὸν ἐξ ἐμοῦ·

χαρᾶς γὰρ παραίτιος * ὁ γεννηθεὶς

ὁ πρὸ αἰώνων Θεός· * ἡσυχάσατε ἀλύπως,

πρὸς αὐτὸν γὰρ εἰσέρχομαι * ἡ κεχαριτωμένη.»



Ῥήμασι τούτοις Μαρία * καὶ ἄλλοις δὲ τοῖς πλείοσι

παρακαλέσασα Εὔαν * καὶ ταύτης τὸν ὁμόζυγα,

εἰσελθοῦσα * πρὸς τὴν φάτνην,

αὐχένα κάμπτει * καὶ δυσωποῦσα τὸν υἱὸν * οὕτω φησί·

«Ἐπειδή με, ὦ τέκνον, ὕψωσας * τῇ συγκαταβάσει σου,

τὸ πενιχρὸν γένος μου * δι᾿ ἐμοῦ νῦν σοῦ δέεται.

Ἀδὰμ γὰρ πρός με * ἤλυθε στενάζων πικρῶς·

Εὔα δὲ αὐτῷ * ὀδυνωμένη συνθρηνεῖ·

ὁ δὲ τούτων αἴτιος * ὄφις ἐστὶν

τιμῆς γυμνώσας αὐτούς· * διὰ τοῦτο σκεπασθῆναι

ἐξαιτοῦσι βοῶντές μοι· * Ἡ κεχαριτωμένη.»



Ὡς δὲ τοιαύτας δεήσεις * προσήγαγεν ἡ ἄμωμος

Θεῷ κειμένῳ ἐν φάτνῃ, * λαβὼν εὐθὺς ὑπέγραφεν·

ἑρμηνεύων * τὰ ἐσχάτως,

φησίν· «Ὦ μῆτερ, * καὶ διὰ σὲ καὶ διὰ σοῦ * σῴζω αὐτούς.

Εἰ μὴ σῶσαι τούτους ἠθέλησα, * οὐκ ἂν ἐν σοὶ ᾤκησα,

οὐκ ἂν ἐκ σοῦ ἔλαμψα, * οὐκ ἂν μήτηρ μου ἤκουσας·

τὴν φάτνην ἐγὼ * διὰ τὸ γένος σου οἰκῶ,

μαζῶν δὲ τῶν σῶν * βουλόμενος νῦν γαλουχῶ,

ἐν ἀγκάλαις φέρεις με * χάριν αὐτῶν·

ὃν οὐχ ὁρᾷ Χερουβὶμ * ἰδοὺ βλέπεις καὶ βαστάζεις

καὶ ὡς υἱὸν κολακεύεις με, * ἡ κεχαριτωμένη.



Μητέρα σε ἐκτησάμην * ὁ πλαστουργὸς τῆς κτίσεως

καὶ ὥσπερ βρέφος αὐξάνω * ὁ ἐκ τελείου τέλειος·

τοῖς σπαργάνοις * ἐνειλοῦμαι

διὰ τοὺς πάλαι * χιτῶνας δερματίνους * φορέσαντας,

καὶ τὸ σπήλαιόν μοι ἐράσμιον * διὰ τοὺς μισήσαντας

τρυφὴν καὶ παράδεισον * καὶ φθορὰν ἀγαπήσαντας·

παρέβησάν μου * τὴν ζωηφόρον ἐντολήν·

κατέβην εἰς γῆν * ἵνα ἔχουσι τὴν ζωήν.

Ἂν δὲ καὶ τὸ ἕτερον * μάθῃς, σεμνή,

ὃ μέλλω δρᾶν δι᾿ αὐτούς, * μετὰ πάντων τῶν στοιχείων

σὲ δονεῖ τὸ γενόμενον, * ἡ κεχαριτωμένη.»



Ἀλλὰ τοιαῦτα εἰπόντος * τοῦ πᾶσαν γλῶσσαν πλάσαντος

καὶ τῆς μητρὸς τῇ δεήσει * ταχέως ὑπογράψαντος,

ἔτι εἶπεν * ἡ Μαρία·

«Ἐὰν λαλήσω, * μὴ ὀργισθῇς μοι τῇ πηλῷ, * ὦ πλαστουργέ·

ὡς πρὸς τέκνον παῤῥησιάσομαι· * θαῤῥῶ ὡς σὲ γεννήσασα·

σύ μοι γὰρ τῷ τόκῳ σου * πᾶσαν καύχησιν δέδωκας.

Ὃ μέλλεις τελεῖν * τί ἐστι θέλω νῦν μαθεῖν·

μὴ κρύψῃς ἐμοὶ * τὴν ἀπ᾿ αἰῶνός σου βουλήν·

ὅλον σε ἐγέννησα· * φράσον τὸν νοῦν

ὃν ἔχεις περὶ ἡμᾶς, * ἵνα μάθω καὶ ἐκ τούτου

ὅσης ἔτυχον χάριτος * ἡ κεχαριτωμένη.



—Νικῶμαι διὰ τὸν πόθον * ὃν ἔχω πρὸς τὸν ἄνθρωπον»,

ὁ ποιητὴς ἀπεκρίθη. * «Ἐγώ, δούλη καὶ μῆτερ μου,

οὐ λυπῶ σε· * γνωριῶ σοι

ἃ θέλω πράττειν * καὶ θεραπεύσω σου ψυχήν, * ὦ Μαριάμ.

Τὸν ἐν ταῖς χερσί σου φερόμενον * τὰς χεῖρας ἡλούμενον

μετὰ μικρὸν ὄψει με, * ὅτι στέργω τὸ γένος σου·

ὃν σὺ γαλουχεῖς * ἄλλοι ποτίσουσι χολήν·

ὃν καταφιλεῖς * μέλλει πληροῦσθαι ἐμπτυσμῶν·

ὃν ζωὴν ἐκάλεσας, * ἔχεις ἰδεῖν

κρεμάμενον ἐν σταυρῷ * καὶ δακρύσεις ὡς θανόντα,

ἀλλ᾿ ἀσπάσει με ἀναστάντα, * ἡ κεχαριτωμένη.



Ὅλων δὲ τούτων ἐν πείρᾳ * βουλήσει μου γενήσομαι,

καὶ πάντων τούτων αἰτία * διάθεσις γενήσεται

ἣν ἐκ πάλαι * ἕως ἄρτι

πρὸς τοὺς ἀνθρώπους * ἐπεδειξάμην ὡς Θεός, * σῶσαι ζητῶν.»

Μαριὰμ δὲ τούτων ὡς ἤκουσεν * ἐκ βάθους ἐστέναξε

βοῶσα· «Ὦ βότρυς μου, * μὴ ἐκθλίψωσί σε ἄνομοι·

βλαστήσαντός σου * μὴ ὄψωμαι τέκνου σφαγήν.»

Ὁ δὲ πρὸς αὐτὴν * ἔφησεν οὕτως εἰπών·

«Παῦσαι, μῆτερ, κλαίουσα * ὃ ἀγνοεῖς·

ἐὰν γὰρ μὴ τελεσθῇ, * ἀπολοῦνται οὗτοι πάντες

ὑπὲρ ὧν ἱκετεύεις με, * ἡ κεχαριτωμένη.



Ὕπνον δὲ νόμισον εἶναι * τὸν θάνατόν μου, μῆτερ μου·

τρεῖς γὰρ ἡμέρας τελέσας * ἐν μνήματι θελήματι,

μετὰ ταῦτα * σοὶ ὁρῶμαι

ἀναβιώσας * καὶ ἀνακαινίσας τὴν γῆν * καὶ τοὺς ἐκ γῆς.

Ταῦτα, μῆτερ, πᾶσιν ἀνάγγειλον, * ἐν τούτοις πλουτίσθητι,

ἐκ τούτων βασίλευσον, * διὰ τούτων εὐφράνθητι.»

Ἐξῆλθεν εὐθὺς * ἡ Μαριὰμ πρὸς τὸν Ἀδάμ,

εὐαγγελισμὸν * φέρουσα τῇ Εὔᾳ φησί·

«Τέως ἡσυχάσατε * ὅσον μικρόν·

ἠκούσατε γὰρ αὐτοῦ * ἅπερ εἶπεν ὑπομεῖναι

δι᾿ ὑμᾶς τοὺς βοῶντάς μοι· * Ἡ κεχαριτωμένη.»



Νικόλαος Ζίας - Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου στὴν Ὀρθόδοξη τέχνη

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ μέγα αὐτὸ γεγονὸς τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, γιορτάζεται ἀπὸ τὴν Ἁγία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μὲ δοξολογία καὶ κατάνυξη, ποὺ θαυμαστὰ ἐκφράζονται στὴν ἠδυμελὴ ὑμνογραφία καὶ τὴν εἰρηνόχυτο εἰκονογραφία.

Ἔτσι μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἁπλὸς ὀρθόδοξος χριστιανὸς ζεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως μὲ τὶς αἰσθήσεις του, ποὺ μεταμορφώνονται, γιὰ νὰ γίνουν μέσα κοινωνίας μὲ τὸ ἄρρητο. Προσκυνώντας τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως «βλέπει» μὲ τὰ μάτια του τὴ θεολογία τῆς Σαρκώσεως καὶ αἰσθάνεται τὴν εὐφροσύνη τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄγευστος πνευματικῆς ζωῆς μελετητής, μπορεῖ κι᾿ ἀπὸ αὐτὴν καὶ μόνο τὴν εἰκόνα ν᾿ ἀντιληφθεῖ τὸ πνευματικὸ μεγαλεῖο, τὸ μυστικὸ βάθος καὶ τὸ αἰσθητικὸ κάλλος τῆς Ὀρθοδόξου τέχνης, ποὺ συνήθως τὴ λέμε βυζαντινή.

Τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως στὴν ὁλοκληρωμένη της μορφὴ τὴ βρίσκουμε κυρίως στοὺς ἔπειτα ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία χρόνους. Στὴν Ἑλλάδα μας ἔχουν σωθεῖ δυὸ ἐκκλησίες τοῦ 11ου αἰ., καθολικὰ ἄλλοτε τῶν Μοναστηριῶν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ τοῦ Δαφνίου, ποὺ στὰ ψηφιδωτά τους βλέπουμε τὴν παράσταση τῆς Γεννήσεως στὴν αὐθεντικώτερή της μορφή. Ἂς συνοψίσουμε τὰ βασικὰ στοιχεῖα ποὺ συνθέτουν τὴν εἰκόνα.

Τὸ κεντρικὸ τμῆμα καταλαμβάνει βουνὸ «βραχῶδες, ἀλλ᾿ εὔχαρι καὶ φωτεινόχρωμο», ποὺ στὴν κοιλιά του ἀνοίγεται σκοτεινόχρωμο σπήλαιο καὶ μέσα φάτνη μὲ τὸν νήπιο Χριστὸ ἐσπαργανωμένο, ἐνῷ ἡ Παναγία - Μητέρα του εἶναι στὸ πλάι ξαπλωμένη πάνω σ᾿ ἕνα στρῶμα. Ἄλλοτε εἰκονίζεται καθισμένη ἢ γονατιστή. Πίσω ἀπὸ τὴ φάτνη προβάλλουν τὰ κεφάλια τους δυὸ ἀγαθὰ ζῷα, βόδι καὶ ὀνάριο ζεσταίνοντας τὸ θεῖο Βρέφος μὲ τὴν ἀναπνοή τους. Ἔξω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, στὸ κάτω ἄκρο τῆς εἰκόνας, κάθεται συλλογισμένος ὁ Ἰωσὴφ ἔχοντας ἴσως ἀκόμη τὸ σαράκι τῆς ἀμφιβολίας μέσα του. Στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς εἰκόνας παριστάνεται τὸ πρῶτο λουτρό, ποὺ ἔκανε ἡ μαία Σαλώμη στὸ Νεογέννητο.

Δεξιὰ κι᾿ ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ βουνὸ ἄγγελοι προσκυνοῦν καὶ δοξολογοῦν τὸ Χριστὸ ἢ φέρνουν στοὺς ποιμένες, ποὺ ξενυχτοῦν, τὸ χαροποιὸ ἄγγελμα. Ἕνα τσοπανόπουλο κάθεται διπλοποδισμένο παίζοντας φλογέρα. Ζωγραφίζονται ἀκόμη καὶ ἄλλοι τσοπάνοι μὲ τὰ κοπάδια τους. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη ἔρχονται ντυμένοι μὲ τὶς ἐξωτικές τους φορεσιὲς οἱ τρεῖς Μάγοι κομίζοντας τὰ βασιλικὰ τοὺς δῶρα. Ὁ λαμπρὸς ἀστέρας, ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσε, ἔχει σταθεῖ πάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο, «ὡσὰν δροσοσταλίδα κρεμάμενη ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ», ὅπως γράφει ὁ μακαριστὸς Φώτης Κόντογλου. Ὁ ἴδιος ἁγιογράφος - συγγραφέας ὁλοκληρώνει τὴν περιγραφὴ τῆς παραστάσεως μὲ τὴ λιτὴ φύση, ποὺ τὴ στολίζει: «Ἄγρια πρινάρια καὶ εὐώδη χόρτα, μυρσίνες, θυμάρια καὶ ἀλλὰ στολίζουν ταπεινὰ τοὺς βράχους, ὅπως τὰ βλέπει κανένας εἰς τὰ εὐλογημένα βουνὰ τῆς πατρίδος μας».

Εἴπαμε στὴν ἀρχή, ὅτι ἡ εἰκόνα φανερώνει τὴ θεολογία, τὸν πνευματικὸ χαρακτήρα τῆς Γεννήσεως· καὶ πρὶν νὰ δοῦμε τὸ καθένα στοιχεῖο τῆς συνθέσεως τί συμβολικὰ ἀποκαλύπτει, ἂς δοῦμε ὁλόκληρη τὴ σύνθεση μαζὶ καὶ τὴν τεχνοτροπία της. Ἡ σύνθεση στοιχείων ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα (βουνό, σπήλαιο, φάτνη, κ.λ.π.) μὲ τὸ πνευματικὸ στοιχεῖο τοῦ Οὐρανοῦ, ποὺ συμβολίζει τὸ χρυσὸ βάθος τῆς εἰκόνας, καθὼς καὶ ὁ ἀντιρεαλιστικὸς δισδιάστατος χαρακτήρας τῆς ζωγραφικῆς μᾶς δίνουν ὀπτικὰ τὴ σύνθεση τοῦ γήινου καὶ τοῦ θείου, τὴν ἕνωση τοῦ ἀνθρωπίνου καὶ τοῦ θείου· καὶ αὐτὸ γιατί οὔτε ἀνθρωποποιεῖ τὴν παράσταση σὰν μία παχυλὴ εἰδωλοποίηση στὸν καθρέφτη, οὔτε ἀφαιρεῖ τὴν ἱστορικότητα τῶν γήινων στοιχείων καὶ συστατικῶν, ἀλλὰ τὰ μεταμορφώνει. Ἡ σύνθεση ἀκολουθεῖ περισσότερο - στὶς λεπτομέρειες ἰδίως - τὴν ὑμνογραφικὴ παράδοση, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὰ λεγόμενα Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Ἔτσι ζωγραφίζεται σπήλαιο σκοτεινόχρωμο, σὰν τὴ σκοτεινιὰ τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου, ὅπου λάμπει κατάλευκο τὸ ἐσπαργανωμένο Βρέφος.

Στὴ Δυτικὴ ζωγραφικὴ ὁ μικρὸς Χριστὸς εἰκονίζεται γυμνός, ἐνῷ τὸ Εὐαγγέλιο σαφῶς μας λέει «καὶ σπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ» (Λουκ. β´ 6).

Τὰ δυὸ ζωντανὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν κάθε φορὰ ποὺ προσκυνοῦμε τὴν εἰκόνα ὅτι «Ἔγνω βοὺς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, Ἰσραὴλ δὲ μὲ οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός μου οὐ συνῆκεν» (Ἡσ. α´ 3).

Τὴν κεντρικὴ θέση στὴ σύνθεση κατέχει μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ ἡ Παναγία καὶ ἔχει κανεὶς τὴν ἐντύπωση, ὅτι ἀποτελοῦν τὸν κεντρικὸ κύκλο δείχνοντας τὴ σημασία τῆς Παναγίας στὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς Παναγίας τονίζεται ἡ σημασία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἡ συμβολή του στὴ θεία συγκατάβαση. Ὁ Ἰωσὴφ μένει ἔξω ἀπὸ τὸ κύκλωμα αὐτό. Ἔτσι ἀμέσως μὲ τὴν πρώτη ματιὰ συνειδητοποιεῖ ὁ πιστὸς ὅτι ἄνανδρος ἡ σύλληψις, καὶ ὁ Ἰωσήφ, καθὼς μάλιστα κάθεται συλλογισμένος, ἐπιβεβαιώνει μὲ τὴν ἄγνοιά του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀμφιβολία του τὸ μέγα μυστήριον. Ἕνα τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας θαρρεῖς ὅτι ὑπομνηματίζει αὐτὴν τὴν ἀμφιβολία:

«Τάδε λέγει Ἰωσὴφ πρὸς τὴν Παρθένον Μαρία, τί τὸ δράμα τοῦτο, ὃ ἐν σοὶ τεθέαμαι; Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι καὶ τὸν νοῦν καταπλήττομαι.... οὐκ ἔτι φέρω λοιπόν, τὸ ὄνειδος ἀνθρώπων...».

Ἡ σκεπτικὴ στάση τοῦ Ἰωσὴφ δίνει κουράγιο σ᾿ ὅσους ταλαιπωροῦνται ἀπὸ λογισμοὺς ἀμφιβολίας, ὅσον ἀφορᾶ τὴ μυστηριακὴ Γέννηση. Ὅσοι δὲν μποροῦν νὰ δεχτοῦν μὲ ἁπλὴ καρδιά, τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως οἱ καλόκαρδοι ποιμένες, ἐλπίζουν στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν ἀμφιβολιῶν καὶ τῶν διαφόρων δεινῶν λογισμῶν. Γιατί σὲ ἄλλο τροπάριο ὁ Ἰωσὴφ θὰ δώσει τὴν ἀπάντηση:

«Ἐγώ, φησί, τοὺς προφήτας ἐρευνήσας καὶ χρηματισθεὶς ὑπὸ ἀγγέλου πέπεισμαι ὅτι Θεὸν γεννήσει ἡ Μαρία ἀνερμηνεύτως».

Οἱ Μάγοι - σοφοὶ καὶ καλοπροαίρετοι ἀναζητητὲς τῆς ἀλήθειας τοῦ καιροῦ τοὺς γίνονται ἐδῶ ἐκπρόσωποι ὅλων ὅσων ψάχνουν καὶ πορεύονται δρόμους μακρυνούς, γιὰ νὰ βροῦν τὴν ἔνσαρκο ἀλήθεια, ποὺ εἶναι ὁ τεχθεῖς Χριστός.

Μένει ἀκόμα ἡ τρυφερὴ λεπτομέρεια τοῦ πρώτου λουτροῦ τοῦ Βρέφους. Ἴσως παραξενεύει καμιὰ φορὰ τοὺς πιστοὺς ἡ σκηνὴ αὐτή, ἀλλὰ ἡ Παράδοση τὴ δέχεται ἤδη ἀπὸ τὸν 6ον αἰ. μέχρι σήμερα μὲ σποραδικὲς ἑξαιρέσεις. Στὸ τρυφερὸ αὐτὸ γεγονός, ἐκτὸς ἀπὸ μία οἰκειότητα, ποὺ προσδίδουν στὴν εἰκόνα ὁρισμένοι θεολόγοι, βλέπουν μίαν ἀκόμη ἐπίρρωση στὴν πίστη τῆς σαρκώσεως καὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου. Κι᾿ ἀκόμη μὲ τὸ βύθισμα στὸ λουτρὸ πιστεύουν ὅτι προεικονίζεται ἡ Βάπτισις τοῦ Κυρίου.

Ἂν κάνουμε μία σύγκριση μὲ τὴν εἰκονογραφία στὴ Δύση, ἰδίως μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση, θὰ βροῦμε ἀρκετὲς διαφορές, ποὺ μερικὲς σημαίνουν τὴ διαφορὰ τοῦ πνεύματος ἀνάμεσα στὶς δυὸ παραδόσεις. τὸ σπήλαιο γίνεται ἕνας στάβλος ἰδωμένος μὲ ρομαντικὴ ματιά, ποὺ ὅλο καὶ τὸν ἐξωραΐζει. Ἡ Παναγία εἶναι μία ὄμορφη χωριατοπούλα καὶ ὁ Χριστὸς ἕνα χαριτωμένο παχουλὸ μωρό, ποὺ εἰκονίζεται μάλιστα γυμνό. Ὁ Ἰωσὴφ παίρνει θέση δίπλα στὸ Βρέφος, ἰσάξια μὲ τὴν Παναγία. Ἡ προσκύνηση τῶν Μάγων μετατρέπεται σὲ μία πολυπρόσωπη παρέλαση τῆς ἀριστοκρατίας τοῦ καιροῦ τοῦ ζωγράφου. Ὁ συναισθηματισμὸς μὲ τὶς ρομαντικὲς προεκτάσεις του καὶ κάποτε τὶς κλασσικιστικὲς ἀναμνήσεις του παραμερίζει τὸ Μυστήριο μεταλλάσσοντας τὴ συμβολικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀρρήτου αὐτοῦ μυστηρίου σὲ ὡραῖα καταγραφὴ ἑνὸς μυθικο-ιστορικοῦ γεγονότος μέσα στὰ πλαίσια τῆς Οὐμανιστικῆς ἀμορφίας καὶ τῆς καλομελετημένης ἁρμονίας.

Ἐπιστρέφοντας στὴν Ὀρθόδοξη Εἰκόνα τῆς Γεννήσεως βλέπουμε πράγματα, ποὺ ξεπερνοῦν τὴ λογικὴ καὶ τὴν καλοστημένη τάξη. Βλέπουμε πράγματα γιὰ τὴν κρίση μας παράδοξα.

Ὁ Χριστὸς π.χ. νὰ εἰκονίζεται στὴ φάτνη καὶ συγχρόνως καὶ στὸ λουτρό. Οἱ Μάγοι νὰ παριστάνονται δυὸ φορές.

Τὸ χρόνο ὁ ὀρθόδοξος ζωγράφος τὸν χρησιμοποιεῖ ἐλεύθερα, γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο. Γιατὶ κι ἂν σαρκώθηκε καὶ γεννήθηκε σὲ μία ἱστορικὴ στιγμή, δὲν παύει νὰ εἶναι χτὲς καὶ σήμερα καὶ αὔριο ὁ Ἴδιος. Αὐτὴ τὴν ὑπέρβαση τοῦ χρόνου, τὸ λειτουργικὸ χρόνο, ὅπου τὰ πάντα εἶναι παρόν, μᾶς παρουσιάζει μὲ τὰ μέσα της ἡ ζωγραφική.

Ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Γεννήσεως μορφοποιεῖ τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, βρίσκοντας τὸ μέτρο ἀνάμεσα στὸ θεϊκὸ καὶ τὸ ἀνθρώπινο, δοξολογεῖ μὲ χρώματα καὶ σχήματα, μὲ τρυφερότητα, ἀλλὰ χωρὶς γλυκερότητα, τὴν ἐνανθρώπηση καὶ προσφέρει στὸν πιστὸ τὴν πύλη γιὰ τὴν εἴσοδο στὸ Μυστήριο, ἀλλὰ καὶ τὴν αἰσθητικὴ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη τῆς ἀληθινῆς τέχνης.