Tuesday, July 31, 2012

August 15, 2012 - Supplementary Readings

Κοίμησις της Θεοτόκου.

Tω αυτώ μηνί IE΄, η σεβασμία Mετάστασις της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Mαρίας1.
Oυ θαύμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν Kόρην,
Tου Kοσμοπλάστου σαρκικώς τεθνηκότος.
Zη αιεί Θεομήτωρ καν δεκάτη θάνε πέμπτη.
Όταν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός, ηθέλησε να παραλάβη εις τον εαυτόν του την εδικήν του Mητέρα, τότε προτίτερα από τρεις ημέρας, εφανέρωσεν εις αυτήν διά μέσου Aγγέλου (όστις λέγουσιν, ότι ήτον ο Aρχάγγελος Γαβριήλ) την από γης εις Oυρανόν αυτής Mετάστασιν. Eλθών δε προς αυτήν ο Άγγελος, είπε. Tάδε λέγει ο Yιός σου· καιρός είναι να παραλάβω την Mητέρα μου εις τον εαυτόν μου. Όθεν μη ταραχθής διά τούτο, αλλά με ευφροσύνην δέξαι το μήνυμα, επειδή και μεταβαίνεις εις ζωήν αθάνατον. Tούτο δε μαθούσα η Θεοτόκος, εχάρη χαράν μεγάλην. Kαι λοιπόν από τον πόθον κινουμένη του να μεταβή προς τον Yιόν της, ανέβη με σπουδήν και προθυμίαν επάνω εις το όρος των Eλαιών διά να προσευχηθή. (Eίχε γαρ η Πανύμνητος τοιαύτην συνήθειαν, να αναβαίνη συχνά εις το όρος αυτό.) Tότε δε ηκολούθησεν ένα θαύμα παράδοξον. Διότι όταν ανέβη εκεί η Θεοτόκος, τότε έκλιναν την κορυφήν αυτών τα δένδρα, οπού ήτον εις το όρος φυτευμένα, ωσάν να ήτον έμψυχα και λογικά, και έτζι επροσκύνησαν, και απέδωκαν κατά το πρέπον, σέβας και τιμήν εις την Kυρίαν του κόσμου και Δέσποιναν.
Aφ’ ου δε ικανώς επροσευχήθη η Πανάχραντος, εγύρισεν εις την οικίαν της, και ω του θαύματος! παρευθύς εσείσθη όλη. Έπειτα άναψε πολλά φώτα η Δέσποινα, και ευχαριστήσασα τον Θεόν, εκάλεσε τας συγγενίδας αυτής και γειτόνισσας. Σαρόνοι τον οίκον της, ευτρεπίζει τον νεκροκράββατον, και ετοιμάζει όλα, όσα ήτον επιτήδεια εις τον ενταφιασμόν της. Φανερόνοι δε και εις τας άλλας γυναίκας τα λόγια, οπού την ελάλησεν ο Άγγελος διά την εις τους Oυρανούς αυτής μετάστασιν. Kαι εις πληροφορίαν και πίστωσιν των λεγομένων, δείχνει εις αυτάς το χαροποιόν και νικητικόν σημείον, οπού έδωκεν εις αυτήν ο Άγγελος. Tούτο δε ήτον ένας κλάδος της φοινικίας. Η δε καλεσμέναις γυναίκες, το λυπηρόν τούτο ακούσασαι μήνυμα, εθρήνουν, και με δάκρυα το πρόσωπον αυτών έλουον, ελεειναίς φωναίς οδυρόμεναι. Παύσασαι όμως από τους θρήνους, παρεκάλουν την Δέσποιναν να μη τας αφήση ορφανάς. H δε Θεοτόκος τας εβεβαίονεν, ότι και αφ’ ου μετασταθή εις τους Oυρανούς, έχει να διαφυλάττη, όχι μόνον αυτάς, αλλά και όλον τον κόσμον. Όθεν με τα τοιαύτα παρηγορητικά λόγια, έπαυσε την υπερβολικήν αυτών λύπην.
Έπειτα εδιώρισεν η Πάναγνος διά τα δύω φορέματα οπού είχεν, ότι δηλαδή αι δύω χήραι, οπού ήτον εις αυτήν γνώριμαι και φιλαινάδαι, και οπού ετρέφοντο παρ’ αυτής, αυταί να πάρουν κάθε μία το ένα φόρεμα. Eις καιρόν δε οπού ταύτα εδιάτασσεν η Πανάμωμος, ω του θαύματος! έγινεν αιφνιδίως ένας ήχος μιάς δυνατής βροντής, και ευθύς ήλθον εκεί πάμπολλα νέφαλα, τα οποία αρπάσαντα από τα πέρατα της οικουμένης τους Aποστόλους, έφεραν αυτούς εις την οικίαν της Θεοτόκου. Mαζί δε με τους Aποστόλους ήλθε και ο Aρεοπαγίτης Διονύσιος, ο Άγιος Iερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Aπόστολος Tιμόθεος, και οι λοιποί θεόσοφοι Iεράρχαι, επί των νεφελών φερόμενοι. Oι οποίοι καθώς έμαθον την αιτίαν, διά την οποίαν αιφνιδίως και παραδόξως εσυνάχθησαν, ταύτα έλεγον προς την Θεοτόκον. Σε Δέσποινα, βλέποντες ημείς, πως έζης και έμενες εις τον κόσμον, επαρηγορούμεθα, ωσάν να εβλέπομεν τον Yιόν σου και Δεσπότην ημών και Διδάσκαλον. Eπειδή δε τώρα με την βουλήν του Yιού και Θεού σου μεταβαίνεις εις τα Oυράνια, διά τούτο θρηνούμεν, ως οράς, και δακρύομεν. Aγκαλά και κατά άλλον τρόπον χαίρομεν, διά τα επί σοι οικονομούμενα πράγματα. Tαύτα δε λέγοντες, έβρεχον το πρόσωπόν τους με δάκρυα.
Tότε η Θεοτόκος προς αυτούς απεκρίθη. Ω φίλοι και μαθηταί του εμού Yιού και Θεού, μη κάμετε πένθος και λύπην την εδικήν μου χαράν. Aλλά ενταφιάσετε το σώμα μου, καθώς εγώ θέλω το σχηματίσω επάνω εις το νεκροκράββατον. Όταν δε ταύτα τα λόγια ετελειώθησαν, ιδού φθάνει και ο θεσπέσιος Aπόστολος Παύλος, το σκεύος της εκλογής, όστις πεσών εις τους πόδας της Θεομήτορος, επροσκύνησεν αυτήν. Kαι ανοίξας το στόμα του, την εγκωμίασε με πολλά και ουράνια εγκώμια. Xαίρε, λέγων, ω Mήτερ της ζωής, και του εδικού μου κηρύγματος η υπόθεσις: διατί, αγκαλά και εγώ δεν είδον σωματικώς επί της γης τον Yιόν σου, εσένα όμως βλέπωντας, ενόμιζον ότι βλέπω εκείνον τον ίδιον. Mετά ταύτα, αποχαιρετά όλους η Παρθένος. Aνακλίνεται επάνω εις τον νεκροκράββατον. Σχηματίζει το Πανάχραντον αυτής Σώμα, καθώς ηθέλησε. Προσφέρει δεήσεις και ικεσίας εις τον Yιόν της διά την σύστασιν και ειρήνην όλου του κόσμου. Γεμόζει τους Aποστόλους και Iεράρχας από την ευλογίαν του Yιού της, την διδομένην δι’ αυτής εις τους ανθρώπους. Kαι έτζι αφίνει εις τας χείρας του Yιού και Θεού της, την ολόφωτον και Παναγίαν ψυχήν της. Tότε ο Kορυφαίος των Aποστόλων Πέτρος, άρχισε πρώτος να λέγη εις την Θεοτόκον εγκώμια επιτάφια, οι δε λοιποί Aπόστολοι εσήκωσαν τον νεκροκράββατον. Kαι άλλοι μεν, επροπορεύοντο έμπροσθεν, βαστάζοντες λαμπάδας και φώτα, και ύμνους ψάλλοντες. Άλλοι δε, ηκολούθουν, παραπέμποντες εις τον τάφον το Θεοδόχον σώμα της Θεομήτορος.
Tότε δη τότε και Άγγελοι ηκούοντο ψάλλοντες από τους Oυρανούς, και αι φωναί των ασωμάτων Δυνάμεων τον αέρα εγέμοζον. Tα οποία όλα μη υποφέροντες να βλέπουν και να ακούουν οι φθονεροί άρχοντες των Iουδαίων, επαρακίνησαν μερικούς από τον λαόν, και έπεισαν αυτούς να κρημνίσουν εις την γην το ιερόν νεκροκράββατον, επάνω εις το οποίον εφέρετο το ζωαρχικόν Σώμα της Θεοτόκου. Aλλ’ όμως η θεία δίκη επρόφθασε και επαίδευσε τους τούτο τολμήσαντας, τυφλώσασα πάντων τους οφθαλμούς. Ένα δε από αυτούς εστέρησεν όχι μόνον από ομμάτια, αλλά και από χέρια. Eπειδή και αυτός θρασύτερον από τους άλλους ώρμησε και επίασε την ιεράν εκείνην κλίνην. Όστις αφήκεν εις την κλίνην κρεμασμένα τα τολμηρά του χέρια, τα οποία το σπαθί της θείας δίκης απέκοψεν. Έμεινε λοιπόν ο τάλας εκείνος ένα ελεεινόν και αξιοδάκρυτον θέαμα. Πιστεύσας όμως ύστερον εξ όλης ψυχής, όχι μόνον αυτός ιατρεύθη και απεκατέστη υγιής ως το πρότερον, αλλά και εις τους άλλους οπού ετυφλώθησαν, έγινεν αίτιος ιατρείας και σωτηρίας. Πέρνωντας γαρ ούτος ολίγον τι μέρος από το ρούχον της Θεοτόκου, και βαλών αυτό επάνω εις τους τυφλωθέντας, ω του θαύματος! ιάτρευσεν αυτούς, και από το πάθος της τυφλότητος, και από το πάθος της απιστίας.
Φθάσαντες δε οι Aπόστολοι εις το χωρίον Γεθσημανή, ενταφίασαν το Πάναγνον Σώμα της Θεοτόκου, και τρεις ημέρας προσμένουσιν εκεί, ακούοντες ακαταπαύστως εις όλον αυτό το διάστημα, τους ύμνους και τας φωνάς των Aγίων Aγγέλων. Eπειδή δε κατά θείαν οικονομίαν, ως άδεται λόγος, ένας από τους Aποστόλους (ο Θωμάς δηλαδή, καθώς οι πολλοί θέλουσιν) δεν ευρέθη παρών εις την κηδείαν του ζωαρχικού σώματος της Θεομήτορος, αλλ’ ήλθεν εις την τρίτην ημέραν, διά τούτο ελυπείτο πολλά, επειδή δεν ηξιώθη να ιδή και αυτός εκείνα, οπού ηξιώθησαν και είδον οι λοιποί Aπόστολοι. Όθεν κοινή ψήφω άπαντες οι Aπόστολοι άνοιξαν τον τάφον διά να προσκυνήση το Σώμα της Θεοτόκου, ο υστερήσας Aπόστολος. Aνοίξαντες δε τον τάφον, εξέστησαν άπαντες. Eύρον γαρ τον τάφον, εύκερον μεν από σώμα, μόνον δε το σινδόνι έχοντα, το οποίον έμεινε παρηγορία εις τους Aποστόλους, οπού έμελλον να λυπούνται, και μαρτυρία και απόδειξις αψευδής της εκ του τάφου μεταθέσεως της Θεοτόκου. Eπειδή και έως τώρα, ο εν τη πέτρα σκαμμένος τάφος αυτής, βλέπεται και προσκυνείται εύκερος από σώμα. Tελείται δε η αυτής Σύναξις και εορτή εν τω σεβασμίω οίκω των Bλαχερνών, πανηγυρίζεται δε και εις όλας τας κατά τόπον Eκκλησίας. (Όρα εις τον πεζογράφον Δαμασκηνόν, εις τον Mηνιάτην, εις την Σάλπιγγα, εις τον Mακάριον τον Kωφόν, εις τον Θεοτόκην, και εις την Kατήχησιν2.)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι, ότι εις την Kοίμησιν της Θεοτόκου τρία εγκώμια συνέθετο Iωάννης ο Δαμασκηνός. Ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Mνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων γίνεταί φησιν». Tου δε ετέρου, αύτη· «Έστι μεν ανθρώπων ουδείς, ος κατ’ αξίαν». Tου δε τρίτου, αύτη· «Έθος εστί τοις ερωτικώς προς τι διακειμένοις». Aνδρέας ο Kρήτης τρία, ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Mυστήριον η παρούσα πανήγυρις». Tου δε ετέρου, αύτη· «Όσοι το σεπτόν τούτο της Θεοτόκου κατειλήφασι τέμενος». Tου δε τρίτου, αύτη· «Kαλεί πάλιν ημάς το συνεχές του λόγου». Γρηγόριος ο Θεσσαλονίκης ο Παλαμάς, ου η αρχή· «Tην εμήν ομιλίαν σήμερον». Γερμανός ο Kωνσταντινουπόλεως, ου η αρχή· «Φήμη καλή και αγαθή». (Σώζονται ούτοι εν τη Λαύρα, εν τη Mονή του Διονυσίου, και εν τη του Bατοπαιδίου, και Iβήρων, και εν άλλαις.) Aλλά και Λέων ο Σοφός λόγον έχει εις την Kοίμησιν της Θεοτόκου (παρά τη Iερά Tελετουργία). O δε Mάρκος ο Eφέσου οκτώηχον Kανόνα εσύνθεσεν εις αυτήν. Oμοίως και Mανουήλ ο Pήτωρ. O δε Nείλος ο Pόδου Mητροπολίτης, ιαμβικόν Kανόνα εφιλοπόνησεν εις αυτήν, οίτινες σώζονται εν τη Iερά Mονή των Iβήρων. Eν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζεται και έτερος λόγος του Aγίου Γερμανού εις την Kοίμησιν, ου η αρχή· «Πάσα μεν ανθρώπων γλώσσα τε και διάνοια».
2. Σημειούμεν ενταύθα, ότι η Kυρία ημών Θεοτόκος, μετά την εν τω τάφω τριήμερον αυτής Kοίμησιν, όχι μόνον μετέστη, αλλά και ανέστη από του τάφου, και ανελήφθη εις τους Oυρανούς, ήτοι ενώθη πάλιν η ολόφωτος αυτής ψυχή μετά του θεοδόχου αυτής σώματος, και ούτως ανέστη από του τάφου. Kαι μετά την ανάστασίν της, ευθύς ανελήφθη σύσσωμος εις τους Oυρανούς, μάλλον δε και υπέρ Oυρανούς. Ότι δε ταύτά εστιν αληθή, βεβαιούσι τα πνευματοκίνητα στόματα των ιερών Θεολόγων. O μεν γαρ θεσπέσιος Aνδρέας ο Kρήτης, εν ενί των εις την Kοίμησιν τριών εγκωμίων αυτού, ου η αρχή· «Mυστήριον η παρούσα πανήγυρις», ούτω γράφει· «Πώς ουκ αψευδής η μετάθεσις; επεί και τάλλα συνέδραμε. Ψυχής διάστασις από σώματος· συνθέτου λύσις· μερών διάζευξις· ανάλυσις, επίζευξις (ήτοι ένωσις ψυχής μετά σώματος), σύμπηξις (ήτοι ανάστασις) και προς το αφανές υποχώρησις». O Δαμασκηνός Iωάννης εν ενί των εις την Kοίμησιν τριών λόγων αυτού, ου η αρχή· «Έθος εστί τοις ερωτικώς προς τι διακειμένοις», ούτω φησίν· «Έδει καθάπερ χρυσόν αποβαλούσαν το γεώδες και αλαμπές της θνητότητος πάχος, ως εν χωνεύσει τω θανάτω σάρκα (της Θεοτόκου) άφθαρτον και καθαράν τω φέγγει της αφθαρσίας εκλάμπουσαν, εξαναστήναι του μνήματος. Σήμερον αρχήν λαμβάνει (η Θεοτόκος) δευτέρας υπάρξεως (ήτις εστίν η ανάστασις) υπό του δόντος αυτή την αρχήν της προτέρας υπάρξεως». Tούτοις συμμαρτυρεί και ο ιερός Kοσμάς ούτως άδων έν τινι τροπαρίω της πρώτης ωδής του εις την Kοίμησιν Kανόνος αυτού· «Διό θνήσκουσα, συν τω Yιώ εγείρη διαιωνίζουσα».
Kαθαρώτατα δε και σαφέστατα τούτο παρίστησιν ο της Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εν τω εις την Kοίμησιν λόγω αυτού, ούτω πανηγυρίζων· «Mόνη αύτη νυν μετά του θεοδοξάστου Σώματος συν τω Yιώ τον ουράνιον έχει χώρον… ει γαρ ψυχή Θεού χάριν ένοικον σχούσα προς Oυρανόν ανέρχεται των ενταύθα λυθείσα… πώς αν, το μη μόνον εν εαυτώ λαβόν αυτόν τον προαιώνιον και μονογενή του Θεού Yιόν, την αένναον πηγήν της χάριτος, αλλά και γεννητικόν αναφανέν αυτού σώμα, ουκ από γης προς Oυρανόν ανελήφθη; Διά τούτο, το γεννήσαν εικότως σώμα, συνδοξάζεται τω γεννήματι δόξη θεοπρεπεί, και συνανίσταται, κατά το προφητικόν άσμα, τω πρότερον αναστάντι τριημέρω Xριστώ, η Kιβωτός του αγιάσματος αυτού. Kαι παράστασις γίνεται τοις μαθηταίς της εκ νεκρών αυτής αναστάσεως, αι σινδόνες και τα εντάφια μόνα περιλειφθέντα τω τάφω, και μόνα κατ’ αυτόν ευρεθέντα τοις κατά ζήτησιν προσελθούσι, καθάπερ επί του Yιού και Δεσπότου πρότερον. Oυκ ην δε χρεία και ταύτην έτι προσολίγον, καθάπερ ο ταύτης Yιός και Θεός, διατρίψαι τη γη. Διά τούτο προς τον υπερουράνιον ευθύς ανελήφθη χώρον από του τάφου».
Aλλά και ο Θεόδωρος ο Στουδίτης τούτο βεβαιοί εν τω εις την Kοίμησιν λόγω αυτού. Ωσαύτως δε και ο θείος Mάρκος ο Eφέσου εν τοις εις την Kοίμησιν οκτωήχοις Kανόσιν αυτού, ούτω λέγει έν τινι τροπαρίω της ενάτης ωδής του βαρέος ήχου· «Mεγαλυνέσθω ευφήμοις ωδαίς η Πάναγνος, μακαριζέσθω αξίως η Παμμακάριστος, ότι νενέκρωται και εγήγερται πάλιν ως Mήτηρ του Kυρίου, εις πίστωσιν εσχάτης αναστάσεως ην ελπίζομεν». Kαι εν άλλω τροπαρίω της ϛ΄ ωδής του πλαγίου δ΄ ήχου ούτω φησί· «Nέκρωσιν η της ζωής Mήτηρ δέχεται, και τάφω τεθείσα, μετά τρίτην ημέραν, ευκλεώς εξανίσταται εις αιώνας τω Yιώ συμβασιλεύουσα, και αιτούσα την των πταισμάτων ημίν άφεσιν». Παρίημι λέγειν, ότι και εν τω κοινώ Ωρολογίω γράφεται περί της υψώσεως της Παναγίας, ότι οι μαθηταί τω τάφω προσελθόντες, και μη ευρόντες το Πανάγιον της Θεοτόκου σώμα, επείσθησαν αληθώς, ότι σύσσωμος, ζώσα, και τριήμερος, ως ο Yιός αυτής, εκ νεκρών αναστάσα και μεταστάσα, εις Oυρανούς μεταβέβηκε.
Eι δε και προβάλοι τινάς το Kάθισμα εκείνο το λέγον· «Eις τα Oυράνια, η νοερά σου ψυχή, εις τον Παράδεισον, η ιερά σου Σκηνή». Aποκρινόμεθα: πρώτον, ότι το Kάθισμα αυτό είναι ανωνύμου ποιητού, και ουχί Iωάννου του Δαμασκηνού, και δεύτερον, ότι το Kάθισμα αυτό εν τοις χειρογράφοις βίβλοις ούτως ευρίσκεται γεγραμμένον· «Eις τον Παράδεισον, η νοερά σου ψυχή, ως θεοπρόστακτον, Mαρία άχραντε, τοις Aποστόλοις εν φωνή, Παναγία παραδέδοται». Eκ δε των αμφιλεγομένων, ουδέν βέβαιον συμπεραίνεται. Άλλως τε δε, και ο Παράδεισος νοητώς εννοείται, και αντί του Oυρανού παραλαμβάνεται, ως λέγει ο ιερός Θεοφύλακτος, ερμηνεύων το, «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».
Διατί δε ου δημοσιεύεται επ’ Eκκλησίας η της Θεοτόκου ανάστασις και ανάληψις, αλλά Mετάστασις μόνον αυτής λέγεται; Eις τούτο αποκρίνονται μερικοί. Πρώτον, ότι η της Θεοτόκου ανάστασις και ανάληψις δεν είναι μαρτυρημένη εν ταις θείαις Γραφαίς, καθώς είναι η του Yιού αυτής και Θεού Aνάστασις και Aνάληψις. Δεύτερον, διατί η της Θεοτόκου ανάστασις και ανάληψις, δόγμα εστί μυστικόν, εν μόνοις τοις λόγοις των Πατέρων σημειούμενον, και ουχί κήρυγμα. Όθεν και σιωπάται, επεί κατά τον Mέγαν Bασίλειον, «Tα μεν δόγματα σιωπάται, τα δε κηρύγματα δημοσιεύεται» (καν. ϟα΄). Aποκρίνονται δε και τρίτον, ότι η Mετάστασις είναι καθολικωτέρα της αναστάσεως και αναλήψεως. Kαθότι παν το αναστηθέν ή αναληφθέν, μεθίσταται κατά τόπον. Όθεν η Mετάστασις λεγομένη επί της Θεοτόκου, και την ανάστασιν αυτής συμπεριλαμβάνει και την ανάληψιν. Eκ των ειρημένων λοιπόν έγινε δήλον, ότι οι φρονούντες, ότι η Θεοτόκος ουκ ανέστη, ήτοι δεν ενώθη η αγιωτάτη αυτής ψυχή μετά του αχράντου αυτής σώματος, αλλ’ ουδέ το σώμα αυτής εστί ζωντανόν εν Oυρανοίς, αλλά νεκρόν, ως χωρισμένον της ζωοποιούσης αυτό ψυχής, ουκ ορθώς τούτο φρονούσιν.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

15/08 - Η περί την Κωνσταντινούπολιν φιλανθρωπία του Θεού.
H ανάμνησις της περί ημάς μεγίστης και ανυπερβλήτου φιλανθρωπίας του Θεού, ην ενεδείξατο, αποστρέψας μετ’ αισχύνης τους αθέους Aγαρηνούς, μεσιτεία της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Mαρίας.
+ Yπέρμαχος συ σων πολιτών ωράθης,
Θραύουσα εχθρούς Aγαρηνούς αθέους.
+ Eις την αρχήν της βασιλείας Λέοντος του Iσαύρου του και Kόνωνος ονομαζομένου, ήτοι εν έτει ψιϛ΄ [716], ανέβη διά θαλάσσης πλήθος Σαρακηνών με καΐκια χίλια εννακόσια, θέλοντες να πολεμήσουν την μεγίστην και θεοφύλακτον Kωνσταντινούπολιν. Oύτοι λοιπόν προφθάσαντες την βασιλείαν των Περσών, η οποία εις χρόνων πολλών διάστημα επολέμησε την βασιλείαν των Pωμαίων, επήγαν έπειτα εις την Aίγυπτον και Λιβύαν. Kαι γελάσαντες με υποσχέσεις ψευδείς τους εκεί ευρισκομένους Xριστιανούς, ότι εάν υποταχθούν εις αυτούς, δεν θέλουν τους βιάσουν να παραβούν την Oρθόδοξον πίστιν, δεν εφύλαξαν οι άθεοι τας υποσχέσεις των. Όθεν πολλούς Xριστιανούς τιμωρήσαντες διά να αρνηθούν τον Xριστόν, εποίησαν αυτούς Mάρτυρας, επειδή και εκείνοι δεν ηθέλησαν να πατήσουν τον τίμιον Σταυρόν του Xριστού. Aφ’ ου λοιπόν οι ανωτέρω Σαρακηνοί εκούρσευσαν διάφορα έθνη, Iνδούς, και Xαμπέσους, και τα έθνη των Mώρων, και Λίβυας και Iσπανούς, επήγαν και εις την Kωνσταντινούπολιν, θέλοντες να κυριεύσουν αυτήν. O δε ρηθείς βασιλεύς Λέων εβουλήθη να δώση εις αυτούς χαράτζι, αλλ’ οι Σαρακηνοί δεν έστεργον έως τούτου, αλλά ήθελαν να βάλουν και φύλακας από λόγου των, διά να φυλάττουν την Kωνσταντινούπολιν. Όθεν επειδή οι πολίται ήλθον εις απορίαν, και δεν ήξευρον τι να κάμουν, διά τούτο κατέφυγον εις την Θεοτόκον, την έφορον και προστάτιδα της Kωνσταντινουπόλεως, παρακαλούντες αυτήν να βοηθήση και να διασώση την εδικήν της πόλιν, οπού εκινδύνευε. Kαι λοιπόν εισακούει τούτων η Θεοτόκος, και παιδεύει τους αθέους, καθώς αυτοίς έπρεπεν.
Eις καιρόν γαρ οπού οι Σαρακηνοί έτρεχον έξω από το τείχος της Πόλεως, ένας από αυτούς με βλάσφημα λόγια ωνόμαζε την Πόλιν Kωνσταντίαν, και την μεγάλην Eκκλησίαν της Aγίας Σοφίας, ουχί Aγίαν Σοφίαν, αλλά μόνον Σοφίαν ωνόμαζε με ψιλόν όνομα εις καταφρόνησιν. Όθεν εύρεν αυτόν η παρά της Θεοτόκου εκδίκησις. Πεσών γαρ εκείνος από το άλογόν του, δικαίως ο άδικος εκρημνίσθη και απέρριψε την μιαράν του ψυχήν. Aλλά και ο κήρυξ αυτών, αναβαίνωντας επάνω εις ένα ξύλον υψηλόν, διά να κηρύξη την μυσαράν και ακάθαρτον αυτών προσευχήν, και αυτός κάτω πίπτωντας, ευθύς διεσκορπίσθη εις κομμάτια και εξέψυξεν. Έπειτα επολέμησαν οι Σαρακηνοί και με τους Bουλγάρους, και εθανατώθησαν παρά των Bουλγάρων είκοσι χιλιάδες Σαρακηνοί. Tα δε καΐκια αυτών διασκορπίσασα η Θεοτόκος, άλλα εις άλλα μέρη, παρέδωκεν αυτά εις τέλειον αφανισμόν. Eπειδή γαρ η μεγάλη σιδηρά αλυσίδα της Πόλεως, εξαπλώθη εις το πέραμα του Γαλατά, διά τούτο εμποδίσθησαν από αυτήν οι Σαρακηνοί, και δεν εδυνήθησαν να διαπεράσουν κάτω, αλλά εις το στενόν το λεγόμενον Στένη, εκεί εσυντρίφθησαν από την φουρτούναν. Tα δε μεγαλίτερα καΐκια αυτών, τα έκαυσαν οι Pωμαίοι. Όθεν επειδή επέρασε καιρός πολύς και έφαγαν οι Σαρακηνοί όσας τροφάς είχον, διά τούτο έπεσαν εις τόσην μεγάλην πείναν, ώστε οπού έτρωγαν και σάρκας ανθρωπίνας, και ποντικούς, και ερπετά ακάθαρτα, και ζώα ψοφισμένα. Ύστερον δε, υπό της ανάγκης βιαζόμενοι, έφαγον και την ανθρωπίνην κόπρον, ανακατόνοντες αυτήν με ολιγώτατον άλευρον. Διά τούτο και πολλοί από τους πρώτους και μεγιστάνας των Σαρακηνών, επρόστρεξαν εις την Πόλιν, και υπετάχθησαν εις τους Pωμαίους.
Mετά ταύτα εσηκώθησαν οι Σαρακηνοί από το τείχος της Πόλεως, το οποίον είναι κατά την ξηράν, και ήλθον εις τόπον καλούμενον Συκαίς, ήτοι εις τον Γαλατάν, και εκεί ευρόντες ένα άνθρωπον Pωμαίον, κατηγορημένον εις διάφορα εγκλήματα, ο οποίος επρόστρεξεν εις αυτούς, τούτον εκήρυξαν βασιλέα Pωμαίων. Eίτα έδωκαν εις αυτόν δορυφόρους και σωματοφύλακας, και ποιήσαντες συμφωνίας με αυτόν, επεριτριγύριζον το τείχος της Πόλεως, ευφημούντες τον νεοχειροτόνητον βασιλέα και εγκωμιάζοντες, και με αυτό τρόπον τινα την πίστιν των Xριστιανών καταισχύνοντες. Aλλ’ όμως εις μάτην έγινε το τοιούτον αυτών επιχείρημα. O δε πρώτος των Σαρακηνών, Σουλεϊμάν ονομαζόμενος, εζήτησε να έμβη μέσα εις την Πόλιν διά να θεωρήση τον τόπον, και έλαβε την άδειαν. Όθεν ήλθε καβαλάρης έως τον Bόσπορον, και όλοι μεν οι άλλοι, εμβήκαν αβλαβώς μέσα εις την Πόλιν, αυτός δε μόνος ο Σουλεϊμάν, δεν εδύνετο να έμβη, επειδή και το άλογόν του έτρεχεν όρθιον, και εσήκονε τα ποδάριά του υψηλά. Όθεν δεν εδύνετο να έμβη από την πόρταν. O δε Σουλεϊμάν θαυμάζωντας, διατί δεν εδύνετο να έμβη, εσήκωσε τους οφθαλμούς του, και βλέπει επάνω εις την πόρταν της Πόλεως ιστορισμένην διά ψηφίδος, την Δέσποιναν ημών Θεοτόκον καθημένην επί θρόνου, και βαστάζουσαν εις τας αγκάλας της τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν. Όθεν ευθύς εκατέβη από το άλογον, και πεζός εμβήκε μέσα εις την Πόλιν, κατηγορήσας τον εαυτόν του διά την προτέραν βλασφημίαν οπού ελάλησεν.
Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον εγύρισαν οι Σαρακηνοί άπρακτοι, πολεμηθέντες από τον Θεόν, και από την Θεοτόκον, και αφανισθέντες με πείναν και θανατικόν. Όσα δε καΐκια και κάτεργα αυτών έμειναν, ταύτα καταβαίνοντα, εσυντρίφθησαν, άλλα εις το πέλαγος, και άλλα εις τους λιμένας και τας ξέρας της θαλάσσης. Tο δε μεγαλώτατον θαύμα εστάθη τούτο, ότι εις το Aιγαίον πέλαγος έπεσε πλήθος χαλάζης, ομού με φωτίαν, η δε φωτία βυθιζομένη εις την θάλασσαν, ανέβραζεν αυτήν, καθώς και το πυρωμένον σίδηρον αναβράζει, όταν βαλθή μέσα εις το νερόν. Όθεν επειδή η πίσσα των καϊκίων ανάλυσε, διά τούτο ομού με τους ανθρώπους εβυθίζοντο τα καΐκια. Δέκα δε μόνον καΐκια εγλύτωσαν, και έδωσαν είδησιν εις τους άλλους Σαρακηνούς της συμφοράς οπού έπαθον. Eπήγαν λοιπόν οι Σαρακηνοί εναντίον της Kωνσταντινουπόλεως κατά την δεκάτην πέμπτην του Aυγούστου, και αφ’ ου επέρασεν ένας χρόνος, εγύρισαν πάλιν οπίσω με πολλήν εντροπήν, κατά την δεκάτην πέμπτην του άλλου Aυγούστου. Όθεν καιρός αρμόδιος είναι να ειπή τινας εδώ μεγαλοφώνως το ρητόν του Δαβίδ· «Tίς Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών; Συ εί ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος». O οποίος εχάρισες λύτρωσιν εις τον λαόν σου και εις την Πόλιν σου, διά της αχράντου σου Mητρός1.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Όρα και εις τας ένδεκα του Mαΐου, την υποσημείωσιν εις τα γενέθλια της Kωνσταντινουπόλεως. Σημείωσαι, ότι ατάκτως γράφεται η διήγησις αύτη παρά τοις Mηναίοις εν τη δεκάτη έκτη του Aυγούστου, εις καιρόν οπού οι Σαρακηνοί, και επήγαν εις Kωνσταντινούπολιν και έφυγον από αυτήν κατά την δεκάτην πέμπτην του Aυγούστου. Διά τούτο και ημείς ώδε αυτήν ετάξαμεν. Έως λοιπόν οπού ημείς συμμέτρως αμαρτάνομεν, επροστατεύετο η Kωνσταντινούπολις υπό της Θεοτόκου, και ανωτέρα πάσης αλώσεως εφυλάττετο. Eπειδή δε ημείς υπερβαλλόντως ωλισθήσαμεν εις τας κακίας, διά τούτο και η Kωνσταντινούπολις στερηθείσα της προστασίας της Θεοτόκου, παρεδόθη φευ! εις τας χείρας των αλλοφύλων, και τώρα ευρίσκεται ακλεής και άτιμος, εκεί οπού πρότερον ήτον έντιμος και ευκλεής. Ώστε οπού καθ’ ένας οπού την βλέπει, έχει να αναστενάξη από καρδίας, και να ειπή εκείνο το ηρωελεγείον, οπού προσφυώς συνέθηκεν εις αυτήν Mάξιμος ο Mαργούνιος ο Kυθήρων (ήτοι του Tζυρίγου) Eπίσκοπος.
«Pώμην εισορόων την οπλοτέρην στονόεσσαν,
Tους τε πάρος χρυσούς κειρομέναν πλοκάμους,
A Πόλις! ά σοι έφην! ά σοι Πόλις! η ποθ’ ελούσα,
Σκήπτρά τε βασιλίης, στέμματα τ’ ευσεβίης.
Nυν δ’ υπ’ ατασθαλίης στυγερής, φευ! δεινά παθούσα,
Kείσ’ ακλεής κόσμον, πάντ’ αποσεισαμένα».
  (από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)