Friday, November 4, 2011

November 4, 2011 - 21st Friday After Pentecost (7th of Luke)

FEASTS AND SAINTS CELEBRATED TODAY:

Ioannikos the Great
Nikandros, Bishop of Myra
Porphyrios the Mime
Emperor John Batatze, the Merciful

Ὁ Ὅσιος Ἰωαννίκιος ὁ Μεγάλος, «ὁ ἐν Ὀλύμπῳ»
Οἱ Ἅγιοι Νίκανδρος ἐπίσκοπος Μύρων καὶ Ἑρμαῖος ὁ πρεσβύτερος
Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Μῖμος (ἠθοποιός)
Διήγηση στὸ θρῆνο τοῦ προφήτου Ἰερεμίου
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βατατζὴς ὁ ἐλεήμονας βασιλιάς

READINGS FROM THE BIBLE:

The Reading is from St. Paul's Letter to the Colossians 2:1-7
BRETHREN, I want you to know how greatly I strive for you, and for those at Laodicea, and for all who have not seen my face, that their hearts may be encouraged as they are knit together in love, to have all the riches of assured understanding and the knowledge of God's mystery, of Christ, in whom are hid all the treasures of wisdom and knowledge. I say this in order that no one may delude you with beguiling speech. For though I am absent in body, yet I am with you in spirit, rejoicing to see your good order and the firmness of your faith in Christ. As therefore you received Christ Jesus the Lord, so live in him, rooted and built up in him and established in the faith, just as you were taught, abounding in thanksgiving.

Πρὸς Κολοσσαεῖς 2:1-7
Ἀδελφοί, θέλω γὰρ ὑμᾶς εἰδέναι ἡλίκον ἀγῶνα ἔχω περὶ ὑμῶν καὶ τῶν ἐν Λαοδικείᾳ, καὶ ὅσοι οὐχ ἑωράκασιν τὸ πρόσωπόν μου ἐν σαρκί, ἵνα παρακληθῶσιν αἱ καρδίαι αὐτῶν, συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ, καὶ εἰς πάντα πλοῦτον τῆς πληροφορίας τῆς συνέσεως, εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ θεοῦ καὶ πατρὸς καὶ τοῦ χριστοῦ, ἐν ᾧ εἰσιν πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι. Τοῦτο δὲ λέγω, ἵνα μή τις ὑμᾶς παραλογίζηται ἐν πιθανολογίᾳ. Εἰ γὰρ καὶ τῇ σαρκὶ ἄπειμι, ἀλλὰ τῷ πνεύματι σὺν ὑμῖν εἰμί, χαίρων καὶ βλέπων ὑμῶν τὴν τάξιν, καὶ τὸ στερέωμα τῆς εἰς χριστὸν πίστεως ὑμῶν. Ὡς οὖν παρελάβετε τὸν χριστὸν Ἰησοῦν τὸν κύριον, ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε, ἐρριζωμένοι καὶ ἐποικοδομούμενοι ἐν αὐτῷ, καὶ βεβαιούμενοι ἐν τῇ πίστει, καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ.

The Reading is from Luke 12:2-12
The Lord said to his disciples, "Nothing is covered up that will not be revealed, or hidden that will not be known. Therefore whatever you have said in the dark shall be heard in the light, and what you have whispered in private rooms shall be proclaimed upon the housetops.
I tell you, my friends, do not fear those who kill the body, and after that have no more that they can do. But I will warn you whom to fear: fear him who, after he has killed, has power to cast into Gehenna; yes, I tell you, fear him! Are not five sparrows sold for two pennies? And not one of them is forgotten before God. Why, even the hairs of your head are all numbered. Fear not; you are of more value than many sparrows.
And I tell you, every one who acknowledges me before men, the Son of man also will acknowledge before the angels of God; but he who denies me before men will be denied before the angels of God. And every one who speaks a word against the Son of man will be forgiven; but he who blasphemes against the Holy Spirit will not be forgiven. And when they bring you before the synagogues and the rulers and the authorities, do not be anxious how or what you are to answer or what you are to say; for the Holy Spirit will teach you in that very hour what you ought to say."

Κατὰ Λουκᾶν 12.2-12
Εἶπεν ὁ Κὐριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Οὐδὲν δὲ συγκεκαλυμμένον ἐστὶν ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται· ἀνθ᾿ ὧν ὅσα ἐν τῇ σκοτίᾳ εἴπατε, ἐν τῷ φωτὶ ἀκουσθήσεται, καὶ ὃ πρὸς τὸ οὖς ἐλαλήσατε ἐν τοῖς ταμείοις, κηρυχθήσεται ἐπὶ τῶν δωμάτων. Λέγω δὲ ὑμῖν τοῖς φίλοις μου· μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, καὶ μετὰ ταῦτα μὴ ἐχόντων περισσότερόν τι ποιῆσαι. ὑποδείξω δὲ ὑμῖν τίνα φοβηθῆτε· φοβήθητε τὸν μετὰ τὸ ἀποκτεῖναι ἔχοντα ἐξουσίαν ἐμβαλεῖν εἰς τὴν γέενναν· ναί, λέγω ὑμῖν, τοῦτον φοβήθητε. οὐχὶ πέντε στρουθία πωλεῖται ἀσσαρίων δύο; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἐπιλελησμένον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι ἠρίθμηνται. μὴ οὖν φοβεῖσθε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε. Λέγω δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ· ὁ δὲ ἀρνησάμενός με ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι οὐκ ἀφεθήσεται. ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε, ἢ τί εἴπητε· τὸ γὰρ ῞Αγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν.

READINGS FROM THE SYNAXARION:

Τῇ Δ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰωαννικίου τοῦ μεγάλου, τοῦ ἐν τῷ Ὀλύμπῳ.
Τὸν Ἰωαννίκιον ἐκ γῆς λαμβάνει
Ὁ τῷ λόγῳ γῆν τοῦ Θεοῦ πήξας Λόγος.
Σῆμά σοι ἔν γε τετάρτῃ Ἰωαννίκιε χεῦσαν.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῶν Ἁγίων Ἱερομαρτύρων, Νικάνδρου Ἐπισκόπου Μύρων, καὶ Ἑρμαίου Πρεσβυτέρου, χειροτονηθέντων παρὰ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Τίτου.
Χριστὸν ποθοῦντας ζῶντας Μάρτυρας δύω,
Καὶ ζῶντας ἐνθάπτουσι πικρῶς τῷ τάφῳ.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πορφυρίου.
Ὁ Πορφύριος εὐστόλιστος ἐκ ξίφους,
Λαμπρὰν στολισθεὶς πορφύραν ἐξ αἱμάτων.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Διήγησις εἰς τὸν θρῆνον τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου περὶ τῆς Ἱερουσαλήμ, καὶ εἰς τὴν ἅλωσιν ταύτης, καὶ περὶ τῆς ἐκστάσεως Ἀβιμέλεχ.
Μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ εὐσεβάστου βασιλέως, Ἰωάννου τοῦ Βατάτζη, τοῦ καὶ Ἐλεήμονος ἐπικληθέντος.
Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Saint Ioannikos was born in Bithynia about the year 740. His father was named Myritrikes and his mother Anastaso When he had reached maturity, he excelled in soldiery and was counted worthy of royal honours for his bravery. He had been brought up an iconoclast, but while yet a soldier, he was converted to Orthodoxy by a certain holy elder. He later forsook all things and departed for Mount Olympus, where he spent the remainder of his life in asceticism. Becoming great in virtue, he reposed in the Lord in the year 834, having lived some ninety-four years. To this Saint is ascribed the brief prayer, "My hope is the Father . . . ."

Apolytikion in the Plagal of the Fourth Tone
Ταίς τών δακρύων σου ροαίς, τής ερήμου τό άγονον εγεώργησας, καί τοίς εκ βάθους στεναγμοίς, εις εκατόν τούς πόνους εκαρποφόρησας, καί γέγονας φωστήρ, τή οικουμένη λάμπων τοίς θαύμασι, Ιωαννίκιε Πατήρ ημών, Όσιε, Πρέσβευε Χριστώ τώ Θεώ, σωθήναι τάς ψυχάς ημών.
With the streams of thy tears, thou didst cultivate the barrenness of the desert; and by thy sighings from the depths,thou didst bear fruit a hundredfold in labours; and thou becamest a luminary, shining with miracles upon the world, O Ioannikos our righteous Father. Intercede with Christ God that our souls be saved.

Kontakion in the Plagal of the Fourth Tone
Αστήρ εφάνης παμφαής επί γής λάμπων, καί τούς εν ζόφω τών παθών περιαυγάζων, ιατρός δέ αρωγοτατος τών νοσούντων, αλλ' ως χάριν ειληφώς, τήν τών ιάσεων, τοις αιτούσί σε παράσχου πάσαν ίασιν, ίνα κράζωμεν. Χαίροις Πάτερ, Ιωαννίκιε.
We the faithful on this day all come together, righteous Ioannikos, to keep thy sacred memory; and we beseech thee to intercede that we may all find great mercy with Christ our Lord.

The holy Martyrs Nikandros and Hermias were ordained by the holy Apostle Titus. When they had drawn many to the Faith of Christ, they were accused to Libanius, the Count of the city of Myra, where, after suffering many torments, they were enclosed in a tomb alive, and thus surrendered their spirits into the hands of God.

Apolytikion in the Second Tone
Τού Προφήτου σου Νίκανδρε τήν μνήμην, Κύριε, εορτάζοντες, δι' αυτού σε δυσωπούμεν, Σώσον τάς ψυχάς ημών.
As we celebrate the memory of Thy Prophet Nikandros , O Lord, through him we beseech Thee to save our souls.

Kontakion in the Third Tone
Τών ψυχών τήν άρουραν, γεηπονούντες τώ λόγω, μυστικώς ηνέγκατε, Χριστώ αθλήσεως στάχυν, Τίτω γάρ, τώ θευγόρω μαθητευθέντες, ώφθητε, διδασκαλίας θεία πυξία, Νίκανδρε Ιερομάρτυς, σύν τώ Ερμαίω λαμπρώς αθλήσαντες.
With your preaching as a plough, ye tilled men's souls with your doctrines, for ye had yourselves been sown by Christ's wise husbandman, Titus. Wherefore, ye became your Master's martyric harvest, brought to Him as fruitful sheaves of sacred confession, O Nikandros and Hermias, when ye contested unto the death for His sake.

Όταν στην Εκκλησία χειροτονήται κληρικός, ακούμε τα αξιομνημόνευτα εκείνα λόγια: "Η θεία χάρις, η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα..." Αυτό θα πη πως δεν είναι οι ασθενείς και αμαρτωλοί άνθρωποι που τελούν τα θεία Μυστήρια, αλλά η χάρη του Θεού. Ο άγιος Πορφύριος, του οποίου η Εκκλησία σήμερα γιορτάζει την μνήμη, ήταν πρώτα ηθοποιός και για να χλευάση τους Χριστιανούς παράσταινε στη σκηνή του θεάτρου πως δεχόταν το βάπτισμα από έναν άλλο ηθοποιό, που έπαιζε το ρόλο του Επισκόπου. Κι ενώ όλα αυτά εγίνονταν για χλευασμό των Χριστιανών και σύμφωνα με την τάξη της Εκκλησίας, έξαφνα, όταν στο τέλος ο Πορφύριος εφόρεσε και τον λευκό χιτώνα, που φορούσαν όσοι εβαπτίζονταν, είδεν εμπρός του Αγγέλους του Θεού. Βρέθηκε στ' αλήθεια Χριστιανός και μαρτύρησε ομολογώντας τον Χριστό. Την ανθρώπινη ασθένεια θεραπεύει κι αναπληρώνει η θεία χάρη.

Our Holy Father Joannicius the Great, hermit on Mt Olympus (846)
He was born in Bithynia of peasant stock. He worked as a swineherd, then became an officer in the Imperial army, where he served with such distinction in the war against the Bulgars that the Emperor Constantine VI wanted to take him into his personal service. "But the sight of massacres and horrors of war had brought home to him the vanity of this life. He asked leave of the Emperor to retire from the service, in order to wage unseen warfare in the ranks of the angelic army" (Synaxarion). In the coming years he traveled widely, sometimes living as a hermit, sometimes living in monasteries, more than once founding a monastic community. Wherever he went he lived in stillness, solitude and strict asceticism. He was famed for his spiritual counsel, his prophecies, his many miracles of healing ailments bodily and spiritual, and for his friendship with animals. Once a monk who doubted the Saint's miracles was eating at table with him when a large bear burst in upon them. Joannicius called the bear and it came and lay at his feet; he then told it to lie at the feet of his frightened guest and said "At their creation, the animals looked with veneration on man, who is made in the image of God, and he had no fear of them. We are afraid of them now because we have transgressed God's commandments. If we love the Lord Jesus and keep his commandments, no animal will be able to do us any harm." The monk departed greatly edified.
In the last years of Joannicius' life, when he was about ninety years old, the Emperor Theophilus sought his counsel on the veneration of icons. The Saint's answer was pointed: "Whoever refuses due honor to the images of Christ, of the Mother of God and of the Saints, will not be received into the Kingdom of Heaven, even if he has lived an otherwise blameless life."
Once Joannicius traveled to Constantinople to aid the Patriarch in some matters concerning the order of the Church. When he returned to his hermitage, he found that some jealous monks had set it on fire. Knowing who they were, he nevertheless addressed them kindly and invited them to share with him some food that he had managed to salvage from the fire. He did not attempt to rebuild his hermitage, but, taking the fire as a sign of his impending departure from this life, he traveled to the monastery of Antidion, where he had first entered into the monastic life and there, having predicted the day of his death, he reposed in peace. At the moment of his death, the monks of Mt Olympus saw a pillar of fire ascending from the earth to the sky.
The Saint's relics have been the source of many miracles. His skull is kept and venerated at the Monastery of the Pantocrator on Mt Athos. The widely-used prayer "My hope is the Father; my refuge is the Son; my shelter is the Holy Spirit; O Holy Trinity, glory be to Thee!" is attributed to St Joannicius.

Ὁ Ὅσιος Ἰωαννίκιος ὁ Μεγάλος, «ὁ ἐν Ὀλύμπῳ»
Γεννήθηκε στὴ Βιθυνία τὸ 740 μ.Χ. Τὸν πατέρα του ἔλεγαν Μυριτρίκη καὶ τὴν μητέρα του Ἀναστασώ. Καὶ οἱ δυὸ ἦταν εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ παιδαγώγησαν τὸ γιό τους σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν ὁ Ἰωαννίκιος στρατεύτηκε, αὐτοκράτορας ἦταν ὁ τραχὺς εἰκονομάχος Κωνσταντῖνος ὁ Ε´. Αὐτὸς διέπρεψε στοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ εἶχε μεγάλη ἐκτίμηση ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες του. Ἡ ψυχολογία ποὺ καλλιεργήθηκε στὰ πεδία τῶν μαχῶν, παρέσυρε τὸν Ἰωαννίκιο καὶ στὸ θρησκευτικὸ ἔδαφος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνει εἰκονομάχος, σὰν τὸν αὐτοκράτορα. Ὅταν, ὅμως, ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν ἄργησε νὰ καταλάβει τὴν πλάνη του καὶ σὲ τί μεγάλα σφάλματα τὸν εἶχε ὁδηγήσει αὐτή. Τί νὰ κάνει ὅμως; Μὰ τί ἄλλο. Νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἐπανέλθει στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία ποὺ τοῦ πρόσφεραν οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του. Ἀμέσως, μάλιστα, ἦλθε στὴ σκέψη του ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Μνημόνευε οὖν πόθεν πέπτωκας, καὶ μετανόησον καὶ τὰ πρῶτα ἔργα ποίησον». Θυμήσου, δηλαδή, ἀπὸ ποιὸ ἠθικὸ ὕψος ἔχεις πέσει καὶ μετανόησε καὶ κᾶμε πάλι τὰ ἔργα τῆς πρώτης ἀγάπης σου. Καὶ ὁ Ἰωαννίκιος μετενόησε εἰλικρινά. Ἐξομολογήθηκε τὸ ὀλίσθημά του, καταρτίσθηκε ἀνάλογα, ἔγινε μοναχὸς στὸν Ὄλυμπο καὶ πέθανε 94 χρονῶν στὴ Μονὴ Ἀντιδίου, διδάσκοντας στὸν κόσμο τὴν Ὀρθοδοξία.

Οἱ Ἅγιοι Νίκανδρος ἐπίσκοπος Μύρων καὶ Ἑρμαῖος ὁ πρεσβύτερος
Μαθητὲς καὶ οἱ δυὸ τοῦ ἀποστόλου Τίτου, τοῦ τόσο ἀγαπημένου συνεργάτη τοῦ ἀπ. Παύλου. Ἐμπνέονταν ἀπὸ θερμὸ ζῆλο τῶν μεγάλων ἀθλητῶν τῆς πίστης, καὶ ἦταν ἀφοσιωμένοι ὁλόψυχα στὸν ἱερὸ ἀγῶνα της. Μὲ τὸ κήρυγμά τους, πολλοὶ εἰδωλολάτρες δέχτηκαν τὸ ἅγιο βάπτισμα. Καταγγέλθηκαν λοιπὸν στὸν ἔπαρχο Λιβάνια, ἔμειναν στὴ χριστιανικὴ ὁμολογία τους, καὶ μπροστὰ στὸν ἴδιο ὑπεράσπισαν τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἔλεγξαν τὴν πλάνη τῶν ἐθνικῶν. Τότε ὁ Λιθάνιος διέταξε νὰ σχίσουν τὶς σάρκες τους μὲ σιδερένια ὄργανα, καὶ κατόπιν τοὺς ἔκλεισε ζωντανοὺς μέσα σὲ τάφο. Ἐκεῖνοι ὑπέμειναν μὲ καρτερία τὸ τρομερὸ μαρτύριο, καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀνέβηκαν στὰ αἰώνια σκηνώματα τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Μῖμος (ἠθοποιός)
Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Αὐρηλιανοῦ (270) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔφεσο. Ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ μίμου, τοῦ ἠθοποιοῦ ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, καὶ ἀκολουθοῦσε τὸν κόμη Ἀλεξανδρείας. Μαζὶ μ᾿ αὐτὸν λοιπὸν ἔφτασε στὴν Καισαρεία καὶ σὲ κάποια παράστασή του, ὑποκρίθηκε τὴν τελετὴ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος. Ἡ παράσταση ἦταν τόσο ἄψογη, ὥστε μὲ θαυματουργικὸ τρόπο, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς θεατὲς βαπτίστηκαν χριστιανοί. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πορφύριος, ὁμολόγησε δημόσια πὼς εἶναι πλέον χριστιανός. Ὁ κόμης διέταξε τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ ἀμέσως τὴν πίστη τῶν χριστιανῶν, πρᾶγμα ποὺ ὁ Πορφύριος δὲν ἔπραξε. Τότε ὁ κόμης διέταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν καὶ ἔτσι ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. (Μᾶλλον πρόκειται γιὰ τὸν ἴδιο Ἅγιο, ποὺ ἡ μνήμη του φέρεται τὴν 15η Σεπτεμβρίου).

Διήγηση στὸ θρῆνο τοῦ προφήτου Ἰερεμίου
Γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης για το γεγονός αυτό:
«O μέγας ούτος Προφήτης Iερεμίας ήτον από χωρίον ονομαζόμενον Aναθώθ. Πολλά δε επροφήτευσε διά την Iερουσαλήμ και Bαβυλώνα. Oμοίως και διά την ένσαρκον οικονομίαν του Yιού του Θεού, εις την οποίαν φαίνεται όλη η δύναμις και το κράτος της προφητείας. Tούτον τον Προφήτην έδειρε μίαν φοράν δυνατά Πασχώρ ο υιός του Eμήρ, ο προεστώς του οίκου Kυρίου. Kαι εις τον καταρράκτην αυτόν έβαλεν, διατί επένθει και ελυπείτο διά την σκλαβίαν, οπού έμελλε να πάθη η Iερουσαλήμ. Eπειδή δε η του Θεού πρόνοια ελύτρωσε τον Προφήτην από τον καταρράκτην, διά τούτο αυτός λυτρωθείς, επροφήτευσε και είπεν εις τον Πασχώρ· «Tο όνομά σου θέλει γένη μέτοικον και ξένον από την γην ταύτην της Iερουσαλήμ, και εν ταυτώ θέλει σε ελέγξει η αποστασία σου, διότι επικατάρατος είναι εκείνος ο άνθρωπος, οπού κάμνει το έργον του Kυρίου με αμέλειαν». «Eπικατάρατος, ο ποιών τα έργα Kυρίου αμελώς» (Iερ. λα΄, 10).
Eις δε τας ημέρας του βασιλέως Iωακείμ εθρήνει ο Iερεμίας την Iερουσαλήμ. Oι δε ψευδοπροφήται επαρακίνουν τους ιερείς να θανατώσουν αυτόν. O δε υιός Σαφάν, Aχεικάμ, ώντας μαζί με τον Iερεμίαν, εμπόδιζε να μη τον θανατώσουν. Tότε είπεν ο Kύριος προς Iερεμίαν. Kάμε εις τον εαυτόν σου δεσμά ξύλινα και βάλε αυτά εις τον λαιμόν σου. Kαι θέλω σε αποστείλω εις τον βασιλέα Mωάβ και Iδουμαίας και Tύρου και Σιδώνος. Tαύτα δε ποιήσας ο Προφήτης, τα έβαλεν εις τον λαιμόν του. Tότε Aνανίας ο υιός Aζώρ ο ψευδοπροφήτης, εσηκώθη, και λαβών τα δεσμά από τον λαιμόν του Iερεμίου, ετζάκισεν αυτά έμπροσθεν εις τα ομμάτια του λαού, λέγων. Έτζι είπεν ο Kύριος προς με· θέλω συντρίψω τον ζυγόν βασιλέως Bαβυλώνος από τον λαιμόν όλων των εθνών. Tότε είπεν ο Iερεμίας προς τον ψευδοπροφήτην. Δόλια είναι τα χείλη σου, και η καρδία σου ερεύγεται φαρμάκι, διότι τάδε λέγει η αλήθεια και ο Θεός. Δεσμά ξύλινα ετζάκισας; Aντί τούτων δεσμά σιδηρά θέλω κάμω λέγει Kύριος Παντοκράτωρ, και θέλω βάλω αυτά εις τον τράχηλον των εθνών. Eσύ δε Aνανία, ογλίγωρα θέλεις απορρίψεις την ψυχήν σου. Kαι ω του θαύματος! το έργον ηκολούθει εις τον λόγον του Προφήτου, διατί μετά επτά μήνας εκείνος απέθανε. Kατά δε τον δέκατον όγδοον χρόνον της βασιλείας του Σεδεκίου βασιλέως Iούδα, επένθει ο Iερεμίας διά την Iερουσαλήμ. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην εβάλθη εις φυλακήν, όταν σχεδόν επλησίασαν οι Xαλδαίοι και Bαβυλώνιοι κοντά εις Iερουσαλήμ. Aλλά δεν ηξεύρω πώς ευγήκεν ο Προφήτης έξω της φυλακής, και επήγεν εις την γην Bενιαμίν διά αναγκαίαν χρείαν οπού είχε. Kαι εκεί επιάσθη από τον λαόν των Xαλδαίων και δαρθείς από αυτούς, ερρίφθη εις την φυλακήν.
Aφ’ ου δε εκεί εδιάτριψεν ικανόν καιρόν ο Iερεμίας, έστειλεν ο βασιλεύς Σεδεκίας, και εύγαλεν αυτόν κρυφίως από την φυλακήν και έπειτα λέγει εις αυτόν. Eπειδή και ευεργετήθης από λόγου μου, ειπέ εκείνο οπού μέλλει να γένη εις τον καιρόν της βασιλείας μου. Tότε αποκριθείς ο Προφήτης είπε. Δεν είμαι εγώ οπού σοι λαλώ βασιλεύ. Aλλά είναι το Πνεύμα του Θεού, οπού λαλεί εν εμοί· και εκείνα οπού έγραψα, έγραψα: ήγουν εκείνα οπού έγραψα, είναι αληθινά και αμετάθετα. Όθεν βάλλεται πάλιν ο μακάριος Προφήτης εις την φυλακήν, οι δε διαβαλταί ενώχλουν πάλιν τον βασιλέα λέγοντες, ότι ο Iερεμίας και εις την φυλακήν ευρισκόμενος, ψυχραίνει τας καρδίας των πολεμιστών, με το να μη κηρύττη ειρήνην, αλλά πόλεμον και ταραχήν. Όθεν κάλλιον είναι να θανατωθή ένας διά την σωτηρίαν των πολλών. O δε βασιλεύς είπε προς αυτούς. Iδού αυτός ευρίσκεται εις τας χείρας σας. Tότε λοιπόν έρριψαν τον Iερεμίαν εις τον λάκκον του Mελχίου και εις τον βόρβορον των νεκρών.
Mαθών δε τούτο ο Aβιμέλεχ, είπεν εις τον βασιλέα. Διατί εκακοποίησας, ω βασιλεύ, τον άνδρα Iερεμίαν; O βασιλεύς απεκρίθη. Δεν έκαμα τούτο με το θέλημά μου, αλλά διά τον φόβον του λαού. Όθεν έπαρε μαζί σου τριάντα ανθρώπους δυνατούς, και πήγαινε εύγαλε αυτόν από τον λάκκον. O δε Aβιμέλεχ πορευθείς με ογλιγωρότητα, εύγαλε τον Iερεμίαν αβλαβή διά της δυνάμεως του Θεού. Tότε ο βασιλεύς πέρνωντας τον Iερεμίαν κοντά του λέγει προς αυτόν. Mη κρύψης από λόγου μου εκείνο οπού μέλλω να σου ζητήσω. O δε Iερεμίας απεκρίθη. Διατί αποστρέφεσαι την αλήθειαν ω βασιλεύ; Eγώ δεν είμαι κήρυξ του ψεύδους, καν και πολλαίς φοραίς θανατώσης με. O δε βασιλεύς ώμοσε λέγων. Ζη ο Θεός των πατέρων μου! Δεν θέλω σε φονεύσω, διά κάθε λόγον οπού ήθελές μοι ειπής, ουδέ θέλω σε παραδώσω εις τας χείρας των αιμοβόρων ανδρών. Όθεν ο Iερεμίας είπεν εις τον βασιλέα. Aνίσως φυλάξης την συμβουλήν μου ω βασιλεύ, και εύγης και υποδεχθής τους Bαβυλωνίους, ήξευρε ότι θέλεις γλυτώσεις την ζωήν σου, και η πόλις αύτη των Iεροσολύμων δεν θέλει απολεσθή. Eιδέ και σταθής εναντίος εις αυτούς, ήξευρε ότι δεν θέλεις γλυτώσεις από τας χείρας των, αλλά και η πόλις αύτη θέλει αφανισθή από την φωτίαν. Eπειδή δε ο βασιλεύς ελογίασεν ωσάν φλυαρίαν τα λόγια του Προφήτου, διά τούτο δεν εγλύτωσεν από τον πόλεμον και την ορμήν των Bαβυλωνίων. Όθεν αυτοί ελθόντες επερικύκλωσαν την πόλιν των Iεροσολύμων, και εμποδίσαντες τας τροφάς οπού ήρχοντο έξωθεν μέσα εις αυτήν, επροξένησαν εις την πόλιν μεγάλην πείναν.
O δε βασιλεύς φοβούμενος διά να μη θανατωθή μέσα εις την πόλιν, φεύγει την νύκτα μαζί με τους ανθρώπους του. Oι δε Xαλδαίοι τούτον κυνηγήσαντες, επίασαν, και εθανάτωσαν τους υιούς του έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς του. Tου δε βασιλέως Σεδεκία εύγαλαν τους οφθαλμούς, και δεμένον εκατέβασαν αυτόν εις την Bαβυλώνα, και έβαλον μέσα εις ένα μύλον, έχοντες αυτόν ωσάν ένα παίγνιον. Eις την παιδείαν δε ταύτην ευρίσκετο έως εις τας υστερινάς ημέρας της ζωής του. O δε Nαβουζαρδάν, ο αρχιμάγειρος του βασιλέως Nαβουχοδονόσορ, εμβαίνωντας εις την Iερουσαλήμ, έκαυσεν αυτήν, και τον Nαόν του Θεού έκαμε κονιορτόν, κατά τον λόγον του Iερεμίου. Ύστερον δε από εβδομήντα χρόνους, πάλιν ελύθη η σκλαβία της Iερουσαλήμ, καθώς έμπροσθεν θέλει ρηθή. Πώς δε η άλωσις και σκλαβία έγινε της Iερουσαλήμ, και ποία εισι τα λαληθέντα υπό Kυρίου προς τον Iερεμίαν, λέγομεν τώρα εδώ. Kατά τας ημέρας εκείνας ελάλησε Kύριος προς Iερεμίαν λέγων. Iερεμία, εύγα έξω από την πόλιν μαζί με τον Bαρούχ, επειδή θέλω αφανίσω αυτήν διά το πλήθος των αμαρτιών των ανθρώπων, οπού κατοικούν εις αυτήν. Διότι αι εδικαί σας προσευχαί είναι ωσάν στύλοι ακίνητοι εις το μέσον της πόλεως ταύτης, και κυκλόνουσιν αυτήν ωσάν τείχος αδαμάντινον. Διά τούτο λοιπόν εύγα έξω από αυτήν, προτού να την περικυκλώση η δύναμις και το στράτευμα των Xαλδαίων. Tότε ελάλησεν ο Iερεμίας προς τον Θεόν λέγων. Παρακαλώ σε Kύριε, συγχώρησόν μοι τω δούλω σου να λαλήσω έμπροσθέν σου. Kαι είπε Kύριος. Λάλει. Tότε είπεν Iερεμίας. Kύριε, παραδίδεις την πόλιν ταύτην εις χείρας των Xαλδαίων, διά να καυχηθούν αυτοί, και να ειπούν, ότι ενίκησαν αυτήν; Kύριέ μου, ανίσως είναι θέλημά σου να αφανισθή η πόλις αύτη, ας αφανισθή από τας χείρας σου, και όχι από τους Xαλδαίους. Kαι είπεν ο Θεός, εσύ σηκώσου και εύγα έξω από αυτήν, οι δε Xαλδαίοι δεν θέλουν καυχηθούν, διατί, εάν εγώ δεν ανοίξω τας πόρτας της Iερουσαλήμ εις αυτούς, αυτοί μόνοι να έμβουν εις αυτήν δεν δύνανται. Πήγαινε εις τον Bαρούχ, και ειπέ του αυτά οπού σοι λέγω. Kαι κατά την έκτην ώραν της νυκτός, έλθετε εις τα τείχη της πόλεως και βλέπετε, διατί εάν εγώ δεν ανοίξω εις τους Xαλδαίους, αυτοί μόνοι να έμβουν εις την Iερουσαλήμ δεν δύνανται. Kαι αφ’ ου είπε ταύτα ο Kύριος, εχωρίσθη από τον Iερεμίαν. O δε Iερεμίας επήγεν εις τον Bαρούχ, και εφανέρωσε ταύτα εις αυτόν. Πηγαίνοντες δε και οι δύω εις τον Nαόν, έσχισαν τα ρούχα των, και έβαλαν στάκτην εις τας κεφαλάς των, και εθρήνουν την πόλιν Iερουσαλήμ. Kαι ελθόντες κατά την έκτην ώραν της νυκτός εις τα τείχη της πόλεως, ήκουσαν φωνάς σαλπίγγων. Ήλθον γαρ Άγγελοι εκ του Oυρανού κρατούντες λαμπάδας εις τας χείρας των, και εστάθησαν επάνω εις τα τείχη της πόλεως. Bλέποντες δε αυτούς ο Iερεμίας και ο Bαρούχ, έκλαυσαν και είπον. Tώρα είναι αληθινός ο λόγος οπού ελάλησεν ο Θεός. Kαι είπον εις τους Aγγέλους. Παρακαλούμέν σας, να μη χαλασθή η πόλις, έως οπού να λαλήσωμεν εις τον Θεόν.
Tότε ο Iερεμίας ελάλησε λέγων. Δέομαί σου Kύριε, πρόσταξον να λαλήσω έμπροσθέν σου. Kαι είπε Kύριος. Λάλει. Kαι είπεν Iερεμίας. Iδού επληροφορήθημεν, ότι θέλεις παραδώσεις την Iερουσαλήμ εις τας χείρας των εχθρών της, και ο λαός σου Iσραήλ, θέλει υπάγη σκλάβος εις την Bαβυλώνα. Λοιπόν, τι να κάμωμεν τα άγια σκεύη του Nαού σου; Kαι είπεν ο Kύριος. Παράδοσαι ταύτα εις την γην λέγων. Άκουε γη την φωνήν του Θεού, οπού σε έκτισεν επάνω εις τα νερά, και σε εσφράγισε με επτά σφραγίδας, και με επτά καιρούς. Kαι οπού μετά ταύτα θέλεις λάβης την ωραιότητά σου. Φύλαξον τα άγια σκεύη της λειτουργίας, έως της συναθροίσεως του ηγαπημένου λαού. Έπειτα ελάλησε πάλιν Iερεμίας λέγων. Παρακαλώ σε Kύριε· τι να κάμω εις τον Aιθίοπα Aβιμέλεχ, ότι πολλάς ευεργεσίας εποίησεν εις εμένα τον δούλον σου; Διατί αυτός με εύγαλεν από τον λάκκον του βορβόρου, μέσα εις τον οποίον με έβαλον. Kαι δεν θέλω να ιδή τον αφανισμόν της πόλεως, διά να μη πήξη και αποθάνη από τον φόβον του, επειδή είναι δειλός και μικρόψυχος. Kαι είπε Kύριος προς Iερεμίαν. Aπόστειλον αυτόν εις τον αμπελώνα του Aγρίππα. Kαι θέλω σκεπάσω αυτόν υποκάτω εις την σκιάν του βουνού, έως να γυρίση ο λαός από την σκλαβίαν.
Tότε λοιπόν ο Iερεμίας επήρε τα άγια σκεύη της λειτουργίας, κατά προσταγήν Θεού, και έβαλεν αυτά μέσα εις μίαν πέτραν, σφραγίσας εις αυτήν με το δακτυλίδι του, το όνομα του Θεού, ήτοι το τετραγράμματον Iεχωβά. Tο οποίον δηλοί κατά τους εβδομήκοντα, Kύριος. Kαι ω του θαύματος! ο τύπος της σφραγίδος έγινε τόσον βαθύς, ωσάν να εγλύφη με σμίλην σιδηράν. Eσκέπαζε δε την πέτραν μία νεφέλη, διά να ήναι από τους ανθρώπους δυσκολογνώριστος. Eυρίσκεται δε η πέτρα αύτη εν τη ερήμω, όπου κατεσκευάσθη η κιβωτός του Θεού πρότερον επί Mωυσέως. Tω πρωί δε, λέγει ο Iερεμίας εις τον Aβιμέλεχ. Λάβε το κοφίνι τέκνον, και πήγαινε εις το αμπέλι του Aγρίππα διά μέσου της στράτας του βουνού, και φέρε σύκα διά να φάγουν οι ασθενείς του λαού, ότι εις εσένα είναι η ευφροσύνη αυτών, και εις την κεφαλήν σου στέκεται η δόξα των. Kαι ευθύς επήγεν εις το αμπέλι. Όταν δε εκείνος επήγεν, ο ήλιος εβασίλευσε. Kαι ιδού ήλθον τα στρατεύματα των Xαλδαίων, και επερικύκλωσαν την Iερουσαλήμ. Eσάλπισε δε ο μέγας Άγγελος λέγων. Έμβα εις την πόλιν όλη η δύναμις των Xαλδαίων, διότι ιδού ανοίχθη εις εσάς η πύλη. Tότε ο Iερεμίας λαβών τα κλειδία του Nαού, ευγήκεν έξω από την πόλιν, και έρριψεν αυτά έμπροσθεν εις τον ήλιον και είπε. Λάβε ταύτα και φύλαξον έως την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν ο Kύριος θέλει σε εξετάσει δι’ αυτά. Eπειδή ημείς δεν ευρέθημεν άξιοι να τα φυλάξωμεν. O δε Aβιμέλεχ λαβών τα σύκα εν τω καύματι, εύρε δένδρον και εκάθισεν υποκάτω εις την σκιάν του, διά να αναπαυθή ολίγον. Kαι κλίνας την κεφαλήν υποκάτω εις το κοφίνι, ω του θαύματος! εκοιμήθη εκεί χρόνους εβδομήντα. Tούτο δε έγινε κατά προσταγήν Θεού, διά τον λόγον, ον είπεν εις τον Iερεμίαν, ότι εγώ θέλω σκεπάσω αυτόν.
Aφ’ ου δε επέρασαν οι εβδομήντα χρόνοι, εξύπνισε και είπε, γλυκά εκοιμήθηκα, πλην ολίγον, και διά τούτο η κεφαλή μου είναι βεβαρημένη, επειδή και δεν εχόρτασα ύπνον. Kαι ανοίξας το κοφίνι, ευρήκε τα σύκα οπού ακόμη έσταζαν γάλα, ωσάν να ήθελε τα κόψη προ ολίγης ώρας. Kαι είπεν. Ήθελα ακόμη να κοιμηθώ, αλλ’ επειδή με σπουδήν και ογλιγωράδα με έστειλεν ο Iερεμίας, εάν κοιμηθώ, θέλω αργοπορήσω, και εκ τούτου έχει εκείνος να λυπηθή. Όθεν ας υπάγω ογλιγωρότερα, διά να χαροποιήσω αυτόν, και εκεί κοιμώμαι. Λαβών λοιπόν τα σύκα, επήγεν εις Iερουσαλήμ. Kαι δεν εγνώριζεν, ούτε την Iερουσαλήμ, ούτε το οσπήτιόν του, ούτε κανένα συγγενή του, ή φίλον. Kαι είπεν. Eυλογητός Kύριος. Έκστασις έγινεν εις εμένα σήμερον. Δεν είναι η πόλις αύτη Iερουσαλήμ; Eπλανήθη ο νους μου, με το να μην εχόρτασα ύπνον. Eυγήκε δε έξω από την πόλιν, και στοχαζόμενος τα σημάδια, έλεγεν. Aύτη αληθώς είναι η πόλις μου, δεν επλανήθηκα. Kαι πάλιν εμβήκεν εις την πόλιν, και ζητήσας, δεν εύρε κανένα από τους συγγενείς και φίλους του. Kαι είπεν. Eυλογητός Kύριος. Mεγάλη έκστασις έπεσεν εις εμένα.
Kαι πάλιν ευγήκεν έξω από την πόλιν και έμενε λυπούμενος, με το να μην ήξευρε τι να κάμη. Bαλών δε κάτω το κοφίνι είπεν. Eδώ θέλω καθίσω, έως οπού ο Kύριος να σηκώση την έκστασιν ταύτην από λόγου μου. Kαθημένου δε αυτού, ιδού ήρχετο ένας γέρων από το χωράφι του, και λέγει εις αυτόν. Eις εσένα λέγω γέρων, ποία είναι η πόλις αύτη; O γέρων απεκρίθη. H Iερουσαλήμ είναι τέκνον. Λέγει ο Aβιμέλεχ. Πού είναι Iερεμίας ο Προφήτης και Iερεύς του Θεού, και Bαρούχ ο αναγνώστης, και όλος ο λαός της πόλεως; Ότι δεν ευρήκα αυτούς. Aπεκρίθη ο γέρων. Δεν είσαι συ από την πόλιν ταύτην; Σήμερον ενθυμήθης τον Iερεμίαν και τον λαόν, και ερωτάς δι’ αυτόν, ύστερα από τόσους χρόνους; O λαός είναι εις την Bαβυλώνα, τέκνον, τώρα εβδομήκοντα χρόνους, επειδή έγιναν σκλάβοι από τον βασιλέα Nαβουχοδονόσορ. Kαι πώς εσύ οπού είσαι νέος, και ακόμη τότε δεν ήσουν γεννημένος, πώς, λέγω, συ ερωτάς διά εκείνους, τους οποίους ακόμη δεν έφθασες να ιδής; Tαύτα δε ακούσας ο Aβιμέλεχ, λέγει προς τον γέροντα. Aν δεν ήσουν γέρωντας, και αν δεν ήτον εμποδισμένον να ατιμάζη τινάς τον μεγαλίτερόν του (λέγει γαρ ο Σειράχ· «Mη ατιμάσης άνθρωπον εν γήρει αυτού», η΄, 6), εξάπαντος ήθελα σε περιγελάσω, και να σοι ειπώ, ότι είσαι τρελός. Eπειδή και λέγεις, ότι ο λαός επήγε σκλάβος εις την Bαβυλώνα. Bέβαια ανίσως ήθελαν ανοιχθούν οι καταρράκται του ουρανού, και αν οι Άγγελοι του Θεού ήθελαν καταβούν, διά να πάρουν αυτούς με δύναμιν και εξουσίαν, πάλιν δεν ήθελαν υπάγουν τόσον ογλίγωρα εις την Bαβυλώνα. Διότι πόση ολίγη ώρα επέρασεν, αφ’ ου με έστειλεν ο πατήρ μου Iερεμίας εις το αμπέλι του Aγρίππα, διά να πάρω ολίγα σύκα, και να δώσωμεν αυτά εις τους ασθενείς του λαού! Eγώ δε πηγαίνωντας υποκάτω εις δένδρον, από το καύμα εκοιμήθηκα ολίγον. Kαι νομίσας ότι αργοπόρησα, εξεσκέπασα τα σύκα, και ευρήκα οπού έσταζον γάλα, καθώς τότε οπού τα έκοψα από την συκήν. Συ δε πώς λέγεις, ότι εις τόσην ολίγην ώραν εσκλαβώθη ο λαός εις την Bαβυλώνα; Kαι διά να γνωρίσης, ότι δεν σοι λέγω ψεύματα, λάβε τα σύκα και ίδε. Bλέπωντας δε ο γέρων τα σύκα, είπεν. Ω τέκνον, δικαίου ανθρώπου είσαι υιός, και διά τούτο δεν ηθέλησεν ο Θεός να σοι δείξη την ερήμωσιν της πόλεως ταύτης. Aλλά έφερεν εις εσένα τοιαύτην έκστασιν. Iδού εβδομήκοντα χρόνους έχει ο λαός εις την Bαβυλώνα, από την ημέραν εκείνην κατά την οποίαν εσκλαβώθη. Kαι διά να μάθης τέκνον, ότι είναι αληθινά αυτά οπού σοι λέγω, σήκωσαι τα ομμάτιά σου και ίδε τα χωράφια, ότι ακόμη δεν εφάνη η αύξησις των γεννημάτων. Iδέ και τας συκίας, ότι ο καιρός των σύκων ακόμη δεν έφθασε. Kαι πληροφορήσου και πείσθητι εις τα λόγιά μου. Tότε ο Aβιμέλεχ ανανήψας ωσάν από μέθην, ήλθεν εις τον εαυτόν του και στοχασθείς την γην ακριβώς και τα εν αυτή δένδρα, είπεν. Eυλογητός ο Θεός του ουρανού και της γης, η ανάπαυσις των ψυχών των δικαίων. Έπειτα λέγει εις τον γέροντα. Tι μήνας είναι ούτος; O γέρων απεκρίθη. Δωδέκατος, τέκνον, ήτοι ο Φευρουάριος. Eίτα λαβών από τον Aβιμέλεχ ολίγα σύκα και ευχηθείς αυτόν, ανεχώρησεν».

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βατατζὴς ὁ ἐλεήμονας βασιλιάς
Γεννήθηκε στὴν Ἀδριανούπολη της Θρᾴκης ἀπὸ γένος μεγάλο. Γαμπρὸς τοῦ βασιλιᾶ Θεοδώρου Λασκάρεως, παντρεύτηκε τὴν θυγατέρα του Εἰρήνη καὶ τὸν διαδέχτηκε στὸν θρόνο τῆς Νικαίας (1222-1255). Ὁ Ἰωάννης ἦταν εὐσεβὴς καὶ φιλελεήμων βασιλιάς, καὶ ὁ λαὸς τὸν ἀγαποῦσε πολὺ γιὰ τοὺς χριστιανικούς του τρόπους, τὴν πραότητα, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν χρηστότητα τοῦ ἤθους καὶ τὴν προσήλωσή του στὰ θεῖα. Ἀφοῦ βασίλευσε μὲ χριστοήθεια, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὶς 30 Ὀκτωβρίου 1255. Τὸν ἔθαψαν μὲ μεγάλες τιμὲς στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε κτίσει, τὴν ἐπιλεγόμενη τῶν Σωσάνδρων.

The Monk Ioannikes the Great was born in Bithynia in the year 752 in the village of Marikat. His parents were destitute and could not provide him even the basics of an education. From childhood he had to tend the family cattle -- their sole wealth. Love for God and prayer completely held sway in the soul of the lad Ioannikes. Often, having shielded the herd with the sign of the Cross, he went to a secluded place and spent the whole day praying, and neither thieves nor wild beasts came near his herd.
By order of the emperor Leo IV (775-780), a multitude of officials spread through the cities and towns to draft fine young men for military service. Young Ioannikes was also drafted into the imperial army. He earned the respect of his fellow soldiers for his good disposition, but also as a brave soldier and fierceness to enemies. Saint Ioannikes served in the imperial army for 6 years. More than once he was rewarded by his commanders and the emperor. But military service weighed heavily on him, his soul thirsted for spiritual deeds and solitude. And the Lord summoned His servant to Him for service.
The Monk Ioannikes, having renounced the world, was intent to go off at once into the wilderness. However, on the advice of an elder experienced in monastic deeds, he spent a further two years at the monastery. Here the saint became accustomed to monastic obedience, to monastic rules and practices, he studied reading and writing, and he learned by heart thirty psalms of David. After this, on the urging by God, the monk withdrew into the wilderness. For three years he remained in deep solitude in the wilderness, and only once a month a shepherd brought him some bread and water. The ascetic spent day and night in prayer and psalmody. After each verse of singing the psalms the Monk Ioannikes made a prayer, which in somewhat altered form the Orthodox Church keeps to this day: "My hope is the Father, my refuge is Christ, and my protection is the Holy Spirit". By chance encountering his former companions from military service, the saint quit the wilderness and withdrew to Mount Konturea. Only after 12 years of ascetic life did the hermit accept monastic tonsure. The saint spent three years after the tonsure in seclusion, wrapped in chains, after which he set off to Chelidon to the great faster Saint George (Comm. 21 February). The ascetics spent together three years. During this time the Monk Ioannikes learned by heart the entire Psalter. Having gotten up in age, the Monk Ioannikes settled in the Antidiev monastery and dwelt there in seclusion until his end.
The Monk Ioannikes spent 70 years in ascetic deeds and attained to an high spiritual perfection. Through the mercy of God the saint acquired the gift of prophecy, as his student Pakhomios has related. The monastic elder during the time of prayer hovered over the ground. One time he traversed a river flooded to overflowing. The saint could make himself invisible for people and make others invisible: one time the Monk Ioannikes led out from prison Greek captives under the watch of a crowd of guards. Poison and fire, with which the envious wanted to destroy the saint, did him no harm, and predatory beasts did not touch him. It is known, that he freed the island of Thasos from a multitude of snakes. The Monk Ioannikes likewise saved a young nun, who was preparing to quit the monastery on a whim to marry; he took upon himself the agonised maiden's suffering of passion, and by fasting and prayer annihilated the seductive assault of the devil.
Foreseeing his end, Saint Ioannikes expired to the Lord on 4 November 846, at the age of 94.

The Holy PriestMartyrs Nikander, Bishop of Myra, and the Presbyter Hermes (I), were disciples of the holy Apostle Paul's follower and co-ascetic, the holy Disciple Titus (Comm. 25 August), and they were ordained by him to the priestly dignity. Asceticising amidst incessant pastoral works, the saints converted many pagans to Christ. For this they were arrested and brought before the city governor, named Libanius. Neither flattery nor threats swayed the holy martyrs to renounce Christ. Then Libanius gave orders that they be tortured. The saints endured fierce and inhuman torments: they were bound to horses, dragged over stones, their bodies were lacerated with iron hooks and they were cast into an hot oven. The Lord helped them endure things, that a mere man by his own strength could not endue. Towards the end the martyrs were pierced in head and heart with spears, and thrown into a pit, they were covered over with ground.

THE PROLOGUE FROM ORCHID:

1. The Venerable Ioannicius the Great
The great spiritual light Ioannicius was born in the village of Marycata in the province of Bithynia, of his father Myritricius and his mother Anastasia. As a youth, he was a shepherd. While tending his sheep, he would often retreat into solitude and remain in prayer the whole day, encircling his flock with the sign of the Cross so that the flock would not stray and scatter. Later, he was taken into the army and displayed marvelous courage, particularly in the wars with the Bulgarians. Following his military service, Ioannicius withdrew to Mount Olympus in Asia Minor, where he was tonsured a monk and dedicated himself completely to asceticism until his repose in great old age. He lived in asceticism for over fifty years in various places, and received from God a truly abundant gift of wonderworking. He healed all sicknesses and pains, drove out demons, and tamed wild beasts. He especially had power over snakes, could cross over water as on dry land, could be invisible to men when he so desired, and could foretell future events. He was distinguished by overwhelming humility and meekness. His outward appearance was that of a giant-massive and powerful. He took an active part in the destiny of God's Church. During the iconoclast controversy, he was deceived at first, but later tore himself away from the iconoclast viewpoint and became an ardent champion of the veneration of icons. He had a great friendship with Patriarch Methodius of Constantinople. Ioannicius lived for ninety-four years and entered peacefully into rest in the Lord in the year 846. He was a great miracle-worker both during his life and after his death.

2. The Hieromartyrs Nicander, Bishop of Myra, and Hermas the Presbyter
Nicander and Hermas were both ordained by Apostle Titus. They were both distinguished by their great zeal for the Faith and their great labors in winning pagans for Christ the Lord. Because of this, they were accused before a certain judge, Libanus, who subjected them to bitter tortures. They were stoned and dragged over stones; they were imprisoned, suffered hunger and endured many other tortures that no mortal man could endure without God's special help. The Lord appeared to them in various ways, and when they were thrown into a fiery furnace, the Lord sent His angel to cool the flames for them. Finally, they were buried alive by their cruel torturers. But in vain do men kill those whom the Lord gives life, and in vain do men dishonor those whom the Lord glorifies.

HYMN OF PRAISE
The Venerable Ioannicius the Great

Ioannicius served the people,
The people and the prince, with great zeal,
And then withdrew from all and everything
To serve the glory of the Heavenly King.

Ioannicius was a great soldier
For the holy Faith and for pure justice;
With tears and labors for half a century
He prayed and prayed to Christ.

Glorious Ioannicius was a rich man,
Rich and more than abundant with the power of heaven,
Leading the struggle, and chanting Psalms,
Against every dark and deceitful power.

The wondrous saint, Ioannicius,
Worked many wonderful miracles
In the name of Christ and by the power of the Cross,
Mightily destroying the demons' schemes.

O Saint of God, Ioannicius,
You found mercy in the Lord Jesus Christ:
Beg mercy also for us sinners,
And from the Holy Spirit, holy grace.

REFLECTION
Mercy is the fruit of faith. Where there is true faith, there also is true mercy. St. Ioannicius was walking past a monastery one day. Among the many nuns, there were a mother and daughter. Evil spirits continually assaulted the young daughter with bodily temptations, and inflamed the passion of lust in her to such a degree that she wanted to leave the convent to marry. In vain did her mother counsel her to stay. Her daughter would not even hear of it. When the mother saw St. Ioannicius, she begged him to counsel her daughter to remain in the monastery and not expose her soul to perdition in the world. Ioannicius summoned the maiden and said: ``Daughter, place your hand on my shoulder!'' She did so. Then the compassionate saint prayed to God with a fervent heart that He deliver her from temptation, and that her bodily lust be transferred to him. Thus, it happened. The maiden was completely calmed and remained in the monastery, and the saint of God went on his way. But as he went, the passion of lust was inflamed in him, and his blood began to boil as though on fire. He desired to die rather than to give the passion its way and, seeing a large poisonous snake, ran to it so as to be bitten and to die. But the snake would not bite him. He provoked it to make it bite him, but as soon as he touched it the snake died. At that moment the flame of lust disappeared from Ioannicius.

HOMILY
on the heirs of the Kingdom through Christ the Lord
In whom also we have obtained an inheritance (Ephesians 1:11).
All is from the Lord Jesus Christ, all is through the Lord Jesus Christ, and all is of the Lord Jesus Christ. Without Him, we have no proper ties or normal relationships with God, with men or with other created beings. He is our head and our mind, and through Him we have obtained an inheritance. What do we inherit? The Kingdom of God. Why are Christians often called heirs in the New Testament? Inheritance is always associated with someone's passing from this earth. One must die for his heir to inherit. Christians even become heirs while still in this life, for the old man in them dies and the new man comes in his place as heir. The one who outlives the other is the one who inherits. When the body dies, the soul outlives it; the soul therefore inherits all that a man has gathered while in the body, be it good works for salvation or evil works for condemnation. Through the Lord Jesus Christ the inheritance that the Lord Himself rejoiced in is opened to us: the Immortal Kingdom of God. We inherit that Kingdom when we leave the earthly kingdom-when we die to this earth, we will inherit heaven; when we break off the alliance with Satan, we will become fellow heirs in Christ. O my brethren, just think what a rich inheritance awaits us! But let us not sell it cheaply, as Esau sold his birthright!
O Lord Jesus Christ, our God and our Savior, have mercy on us to the end, and save us.
To Thee be glory and praise forever. Amen.