Wednesday, September 28, 2011

September 27, 2011 - 16th Week After Pentecost (2nd Week of Luke)

FEASTS AND SAINTS CELEBRATED TODAY:
Tuesday of the 2nd Week
Kallistratos the Martyr & his 49 Companions
Mark, Aristarchos, & Zenon, Apostles of the 70
Akylina the New Martyr of Thessaloniki

Άγιος Καλλίστρατος και οι μαζί μ' αυτόν Σαράντα εννέα Μάρτυρες
Άγιοι Μάρκος, Αρίσταρχος και Ζήνων οι Απόστολοι από τους Εβδομήκοντα
Αγία Ακυλίνα
Αγία Επίχαρις
Όσιος Ιγνάτιος ηγούμενος της Μονής Σωτήρος Χριστού της επιλεγόμενης του Βαθέος Ρύακος
Άγιοι Φιλήμων ο Επίσκοπος και Φουρτουνιανός
Άγιοι Δεκαπέντε Μάρτυρες
Όσιος Σαββάτιος «ὁ ἐν Σολοβέτσκῃ»


READINGS FROM THE BIBLE:
The Reading is from St. Paul's Letter to the Galatians 5:11-21
BRETHREN, if I still preach circumcision, why am I still persecuted? In that case the stumbling block of the cross has been removed. I wish those who unsettle you would mutilate themselves! For you were called to freedom, brethren; only do not use your freedom as an opportunity for the flesh, but through love be servants of one another. For the whole law is fulfilled in one word, "You shall love your neighbor as yourself." But if you bite and devour one another take heed that you are not consumed by one another. But I say, walk by the Spirit, and do not gratify the desires of the flesh. For the desires of the flesh are against the Spirit, and the desires of the Spirit are against the flesh; for these are opposed to each other, to prevent you from doing what you would. But if you are led by the Spirit you are not under the law. Now the works of the flesh are plain: fornication, impurity, licentiousness, idolatry, sorcery, enmity, strife, jealousy, anger, selfishness, dissension, party spirit, envy, drunkenness, carousing, and the like. I warn you, as I warned you before, that those who do such things shall not inherit the kingdom of God.

Πρὸς Γαλάτας 5:11-21
Ἀδελφοί, εἰ περιτομὴν ἔτι κηρύσσω, τί ἔτι διώκομαι; Ἄρα κατήργηται τὸ σκάνδαλον τοῦ σταυροῦ. Ὄφελον καὶ ἀποκόψονται οἱ ἀναστατοῦντες ὑμᾶς. Ὑμεῖς γὰρ ἐπʼ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις. Ὁ γὰρ πᾶς νόμος ἐν ἑνὶ λόγῳ πληροῦται, ἐν τῷ, Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν. Εἰ δὲ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπό ἀλλήλων ἀναλωθῆτε. Λέγω δέ, πνεύματι περιπατεῖτε, καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε. Ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ ἂν θέλητε, ταῦτα ποιῆτε. Εἰ δὲ πνεύματι ἄγεσθε, οὐκ ἐστὲ ὑπὸ νόμον. Φανερὰ δέ ἐστιν τὰ ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστιν μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρεία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι, καὶ τὰ ὅμοια τούτοις· ἃ προλέγω ὑμῖν, καθὼς καὶ προεῖπον, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν.

The Reading is from Luke 5:12-16
At that time, Jesus was in one of the cities, there came a man full of leprosy; and when he saw Jesus, he fell on his face and besought him, "Lord, if you will, you can make me clean." And he stretched out his hand, and touched him, saying, "I will; be clean." And immediately the leprosy left him. And he charged him to tell no one; but "go and show yourself to the priest, and make an offering for your cleansing, as Moses commanded, for a proof to the people." But so much the more the report went abroad concerning him; and great multitudes gathered to hear and to be healed of their infirmities. But he withdrew to the wilderness and prayed.

Κατὰ Λουκᾶν 5.12-16
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦν ὁ Ἰησοῦς ἐν μιᾷ τῶν πόλεων καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· καὶ ἰδὼν τὸν ᾿Ιησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι.καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ εἰπών· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ.καὶ αὐτὸς παρήγγειλεν αὐτῷ μηδενὶ εἰπεῖν, ἀλλὰ ἀπελθὼν δεῖξον σεαυτὸν τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου καθὼς προσέταξε Μωϋσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.διήρχετο δὲ μᾶλλον ὁ λόγος περὶ αὐτοῦ, καὶ συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν καὶ θεραπεύεσθαι ὑπ᾿ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν·αὐτὸς δὲ ἦν ὑποχωρῶν ἐν ταῖς ἐρήμοις καὶ προσευχόμενος.


WORD FROM THE DESERT:
Abba Joseph said to Abba Nisterus, "What should I do about my tongue, for I cannot control it?" The old man said to him, "When you speak, do you find peace?" He replied, "No." The old man said, "If you do not find peace, why do you speak? Be silent and when a conversation takes place, it is better to listen than to speak."

READINGS FROM THE SYNAXARION:
Τῇ ΚΖ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ ἁγίου Μάρτυρος Καλλιστράτου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ ἁγίων μθ' Μαρτύρων.
Τμηθεὶς ὁ Καλλίστρατος αὐχένα ξίφει,
Στρατῷ συνήφθη καλλινίκων Μαρτύρων.
Εἰς τοὺς ἁγίους μθ' Μάρτυρας
Δεκὰς τετραπλῆ Μαρτύρων σὺν ἐννάδι,
Διὰ ξίφους ἄθλησιν ἀθλεῖ τιμίαν.
Εἰκάδι ἑβδομάτῃ Καλλίστρατος ἔνθεν ἀέρθη.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς ἁγίας Μάρτυρος Ἐπιχάρεως.
Εὔτολμος Ἐπίχαρις ἦν πρὸς τὸ ξίφος,
Συλλήπτορα πλουτοῦσα τὴν θείαν χάριν.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰγνατίου, Ἡγουμένου γενομένου τῆς Μονῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, τοῦ ἐπιλεγομένου Βαθέος Ῥύακος.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Μάρκου, Ἀριστάρχου, καὶ Ζήνωνος.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Φιλήμονος ἐπισκόπου, καὶ Φουρτουνιανοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Γαϊανῆς.
Γαϊανὴ φλεχθῆναι τὰ νῶτα δίδου,
Ὡς ἂν φλογίνης ῥομφαίας νῶτα φύγῃς.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων δεκαπέντε Μαρτύρων, οἵτινες ἐν πλοίῳ ἐμβληθέντες τοῦ πλοίου πυρποληθέντος, ἐν τῇ θαλάσσῃ ἀπεπνίγησαν.
Ὁ τριπλοπεντάριθμος ἀθλητῶν στόλος,
Καὶ πυθμένος κατῆρε μέχρι ποντίου.
Ἡ ἁγία Μάρτυς Ἀκυλῖνα, ῥάβδοις συνθλασθεῖσα τελειοῦται.
Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Kallistratos the Martyr & his 49 Companions
These Martyrs contested for the Faith during the reign of Diocletian, in the year 288. Saint Callistratus was arrested as a Christian, and after being tormented, was enclosed in a sack and cast into the sea. The sack burst, and the Saint came to dry land safe and sound. Forty-nine soldiers, seeing this, also confessed Christ, and with him were cast into prison, then beheaded.
Apolytikion in the Fourth Tone
Thy Martyrs, O Lord, in their courageous contest for Thee received as the prize the crowns of incorruption and life from Thee, our immortal God. For since they possessed Thy strength, they cast down the tyrants and wholly destroyed the demons' strengthless presumption. O Christ God, by their prayers, save our souls, since Thou art merciful.
Kontakion in the Fourth Tone
O all-wise and godly Saints, today the whole Church, showing honour to you all, doth now in spirit sing your praise; for ye contested in her behalf, O right-victorious Martyrs of Christ our God.
Μέσα σε ένα στρατιωτικό τάγμα ένας βρέθηκε χριστιανός, ο άγιος Μάρτυς Καλλίστρατος, του οποίου η Εκκλησία σήμερα γιορτάζει την μνήμη. Το πράγμα δεν έχει βέβαια τόσο μεγάλη σημασία για την εποχή εκείνη, όσο για σήμερα. Λιγοστοί και μετρημένοι είναι σήμερα οι αληθινοί χριστιανοί, εκείνοι που έχουν όχι μόνο τό όνομα, αλλά και τις αρετές του χριστιανού. Επάνω στα διάφορα πιστοποιητικά, που εκδίδουν κάθε ημέρα οι κρατικές Υπηρεσίες, πρώτο στοιχείο ταυτότητος αναγράφεται “χριστιανός ορθόδοξος”. Πόσοι όμως είναι πραγματικά χριστιανοί και μάλιστα ορθόδοξοι; Άνθρωποι δηλαδή, που να ξέρουν και να τηρούν το χριστιανικό νόμο και νάχουν ορθόδοξο φρόνημα; Σαν την εποχή εκείνη, που ένας ήταν μέσα σε ολόκληρο τάγμα, ο Καλλίστρατος - πράγματι εκτελώντας την καλή στρατεία, - έτσι και τώρα, όπως ακριβώς λέει το ιερό Ευαγγέλιο· “πολλοί εισι κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί”.
Ἀπολυτίκιον, Ἦχος δ´. Ταχύ προκατάλαβε
Οἱ Μάρτυρες σου Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, τὸ στέφος ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον· ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον, Ἦχος δ´. Ἐπεφάνης σήμερον
Πάντας ἡμᾶς σήμερον ἡ Ἐκκλησία, συντιμῶσα Ἅγιοι, ἀνευφημεῖ πνευματικῶς, ὡς ὑπὲρ ταύτης ἀθλήσαντας, Μάρτυρες θεῖοι, καλλίνικοι πάνσοφοι.
Holy Martyr Callistratus and the Forty-nine Martyrs with Him (288/304)
Callistratus was born in Carthage to Christian parents. In time, he joined the army, where he was the only Christian in his regiment. One of his fellow-soldiers saw Callistratus rise during the night to pray, and reported him to their commander. Callistratus was interrogated, then, when he refused to deny his faith or make sacrifice to the idols, was harshly beaten, then tied in a sack and thrown in the sea. But the sack burst open and Callistratus emerged from the sea unharmed. Seeing this, forty-nine of his fellow-soldiers confessed Christ, and were beaten and thrown into prison with Callistratus. In prison, Callistratus instructed the newly-enlightened Christians in the faith. Finally, all of them were beheaded, according to some sources in 288, according to others in 304.
Holy Apostles Mark, Aristarchus and Zenas of the Seventy
St Mark was also called John; according to Acts 12:12, the apostles gathered for prayer in Jerusalem at his mother Mary's house, and was later bishop in Byblos. St Aristarchus accompanied St Paul in his travels (Acts 16:29) and was later bishop in Syrian Apamea. St Zenas is mentioned as a lawyer in Titus 3:13, and was bishop in Lydda in Palestine.
Our Venerable Father Sabbatius, Founder of the Monastery of Solovki (1435)
He lived for many years as a monk at the Monastery of St Cyril of White Lake, where his ascetic struggles won him the respect of his brethren. To flee from the admiration of men he moved further north to Valaam Monastery. But he still attracted the good opinion of his community, so he secretly headed still further north, planning to reach the uninhabited Solovki Island in the White Sea (a large bay of the Arctic Ocean). When he reached the coast, everyone who might take him tried to dissuade him from living in such a harsh place. He answered 'My children, I have a Master who has the power to renew the strength of the old and to enfeeble the young if He so wills. He makes the poor rich, clothes the naked, provides for the destitute and satisfies the starving with a measure of food as he fed five thousand men in the desert.'
While waiting for seasonable sailing weather he met St Germanus (July 30) who lived nearby as a hermit. Together they found a fishing boat and, casting all their trust on the Lord, made the dangerous two-day voyage and set up a hermitage on the island. It became known as a holy place, and thenceforth those living in the world knew not to settle on Solovki, or even to set foot there without good reason. After six years, St Germanus departed, and Sabbatius was left alone.
When he was old, he began to fear that he would die without receiving the life-giving Mysteries, of which he had not partaken since he left Valaam. So he returned to the mainland where he met an abbot Nathanael just as he was taking Holy Communion to a sick man. Sabbatius persuaded the abbot to hear his confession and grant him the priceless gift of Holy Communion. He then settled in a nearby chapel and made ready for his departure from this life. A wealthy merchant from Novgorod visited him to ask for his blessing. The Saint said to him, 'Spend the night here and you will see the grace of God.' The next morning the merchant came to Sabbatius' cell and found that he had reposed during the night; his cell was suffused with a beautiful scent.
The following year, St Germanus, along with St Zosimas (April 17), returned to Solovki island and founded a monastery there, which proved to be the nurturing ground of many Saints.
Holy New Martyr Aquilina (1764)
She lived in the village of Zangliverion near Thessalonika. When she was still an infant, her father killed a Turkish neighbor in an argument and, to save his life, denied his Christian faith. To compound his apostasy he promised that when his daughter came of age she too would convert. Aquilina's mother, however, held fast to her faith in Christ, and brought up her daughter to love her Savior fervently. When Aquilina reached the age of eighteen, her father told her that the time had come to formally embrace Islam; he was dismayed when she replied that she would rather suffer any torment than deny Christ. Fearing for his own life, her father handed her over to the Turkish authorities. When the usual threats and promises had no effect, she was viciously beaten three times. Some pious Christians returned her, dying, to her mother, to whom she said 'I have done as you told me, and kept the confession of our faith. Surely you didn't think I would do anything else?' With this, the holy Martyr died. The Synaxarion relates, 'As her body was taken to be buried, every place that it passed was filled with a delightful scent, and a brilliant light came forth from her grave during the night.'
Saint Callistratus was a native of Carthage. An ancestor of Saint Callistratus, Neoscorus, has served under the emperor Tiberius in Palestine, under the command of the procurator of Judea Pontius Pilate, and was a witness to the suffering on the Cross of our Lord Jesus Christ, His martyr's death and glorious Resurrection. The father of the saint was a Christian, and he raised his son in faith and piety. Also like his father, Saint Callistratus became a soldier and excelled among his pagan military comrades by good conduct and gentle disposition. During the nights when everyone slept, he usually stayed up at prayer. One time a soldier sleeping nearby him heard Saint Callistratus invoking the Name of the Lord Jesus Christ, and he reported this to the military commander, who in turn summoned Callistratus, interrogated him and wanted to make him offer sacrifice to idols. To this the saint answered firmly with a resolute refusal. Then the military commander gave orders to beat the saint and then, covered with wounds, to drag him over sharp stones. The beating and the torments did not sway the firm will and brave endurance of the sufferer. The torturer gave orders to sew up the saint in a leather sack and drown him in the sea. By Divine Providence however the sack came upon a sharp rock tearing it, and Saint Callistratus, supported by dolphins, came to dry land unharmed. Viewing such a miracle, 49 soldiers came to believe in Christ. Then the military commander threw Saint Callistratus together with the believing soldiers into prison. Before this, all of them were subjected to innumerable floggings.
In confinement Saint Callistatus continued to preach the Word of God to the soldiers and he bolstered their spirits for the martyr's act. Summoned again to the military commander, the sufferers firmly confessed their faith in Christ, after which they bound them hand and foot and threw them into a water-dam. But there their bonds broke, and with bright faces the holy martyrs stood in the water, rejoicing in their Baptism, which coincided with the act of martyrdom. Over them were beautiful bright crowns, and all heard a voice: "Be brave, Callistratus, with thine company, and come rest in the eternal habitations". At the same time with this, the earth shuddered and an idol standing not far off fell down and smashed. Beholding this happening, another 135 soldiers also believed in the Lord Jesus Christ. The military commander, fearing a mutiny in the army, did not set about to judge them, but again imprisoned Saint Callistratus with the others, where they fervently prayed and gave thanks to the Creator, for having given them power to endure such sufferings. At night by order of the military commander they chopped the martyrs to pieces with swords. Their holy remains were buried by the remaining-alive 135 soldiers, and afterwards on the spot of their sufferings, as Saint Callistatus had foretold, a church was built.
The Monk Savvatii of Solovetsk came to the Kirillo-Beloezersk monastery in the year 1396, where he took monastic vows. He there pursued asceticism for a long time, unquestioningly fulfilling all obediences. His humility, gentle love towards the brethren and his strict life distinguished the monk Savvatii among his fellow ascetics. He soon became burdened by the attention and esteem of the brethren and laity coming to him, and having learned that on Lake Ladoga is the rocky island of Valaam, he decided to settle there. Quite sadly, the brethren of the Kirillo-Beloezersk monastery were parted from their starets (elder). At Valaam the worldly fame likewise began to disquiet the humble starets. Amidst this the monk learned, that in the North was the uninhabited island of Solovetsk, and he began to ask of the hegumen blessing to settle there in solitude. But the hegumen and the brethren did not want to be separated from their holy starets-elder. At the command of God the Monk Savvatii by night left the Valaam monastery and set off to the shores of the White Sea. When he learned from the local people that the island was situated at a two-day voyage, that on it were many lakes and that on the island no one lived, he all the more was embued with the desire to settle there. The astonished local people asked the ascetic, whitened with grey hair, how he would live there and what he would eat. "My Master is such, -- answered the monk, -- Who unto frailty giveth the fresh strength of youth, and nourisheth to fullness the hungry".
For a certain while the Monk Savvatii remained at the chapel, set nearby the mouth of the Vyg River, in the environs of Soroka. There he encountered the Monk German -- pursuing asceticism as an hermit, and together they decided to settle upon the island. In a frail boat, praying to God, the elders set off upon the harsh sea and after three days they reached Solovetsk Island. The ascetics settled by the Sekirna hill, where they raised up a cross and made their cells. In the severe conditions of the North the startsi-elders over the course of several years by their exploits hallowed the unpopulated island. And here likewise the enemy of mankind -- the devil, tempted the holy elders. A certain fisherman with his wife, moved with a sense of envy, came somehow to the island and settled not far from the ascetics. But the Lord did not permit the laypeople to maintain themselves alongside the elders. Two youths in bright garb appeared to the wife of the fisherman and struck at her with rods. The fisherman took fright, quickly gathered his things and hastened to return to his former place of residence.
Once, when the Monk German had gone for cell-necessities off along the Onega River, the Monk Savvatii -- remaining alone and sensing his impending end, with prayer turned to God, that He would grant him to commune the Holy Mysteries. The monk sailed for two days to the mainland and at ten versts from the Vyg River encountered the hegumen Nathanael, who had come to the distant settlement to commune a sick Christian. Hegumen Nathanael rejoiced at meeting the monk, fulfilled his wish and heard the account about his exploits on the island. In parting, they agreed to meet at the church along the Vyg River.
Entering the temple, the holy elder prayerfully gave thanks to God for Communion. He then enclosed himself in a cell located nearby the church, and began to prepare himself for hermitage in the eternal habitation. During this time the Novgorod merchant John came to shore and, having venerated the holy icons in church, he went to the holy elder. Having received blessing and guidance, he offered the monk a portion of his wealth and was saddened, when he heard a refusal. To comfort the merchant, the Monk Savvatii offered him to stay over until morning and promised him prosperity on further journeying. But the merchant John hastened to disembark. Suddenly there began an earthquake and on the sea a storm picked up. Having taken fright, the merchant stayed, and in the morning when entering the cell for a blessing, he saw that the elder was already dead. Together with the just-arrived hegumen Nathanael, they buried the Monk Savvatii at the chapel and compiled a manuscript of his life. This occurred on 27 September 1435. After 30 years the relics of the Monk Savvatii were transferred by the Monk Zosima (+ 1478, Comm. 17 April) and the brethren of Solovetsk Island, placing them in the Transfiguration church. In 1566 the relics of the Monks Savvatii and Zosima were transferred into a church, named in their honour (combined Commemoration 8 August).
The Holy Disciple from the Seventy Mark, also named John, is mentioned by the holy Disciple and Evangelist Luke in the Acts of the Apostles (Acts 12: 25, 15: 37-39) and also by the holy Apostle Paul in both the Epistle to the Colossians (Col. 4: 10) and the Epistle to Philemon (Phlm. 1: 23). The holy Disciple Mark preached the Word of God together with Paul and Barnabas and was made bishop by them of the Phoenician city of Biblos. The holy Disciple Mark attained great daring before God, such that his very shadow healed the sick (Comm. also 15 April).
The Holy Disciple from the Seventy Aristarchus was mentioned by the holy Apostle Paul in the Epistle to the Colossians (Col. 4: 10) and in Philemon (Phlm. 1: 23). The holy Disciple Aristarchus accompanied the holy Apostle Paul, and afterwards was made bishop in the Syrian city of Apameia (Comm. also 15 April).
The Holy Disciple from the Seventy Zenon, a disciple and co-worker with the first-ranked Apostle Paul, was called a "lawyer", -- since he was a learned man and led juridical matters in church courts. There is mention about him in the Epistle of the holy Apostle Paul to Titus (Tit. 3: 13): "Take care to send off Zenon the lawyer and Apollos such that nothing be wanting for them". Afterwards the disciple Zenon became bishop of the city of Diospolis (or Lydda) in Palestine.
The Holy Martyress Epikharia lived at Rome during the reign of Diocletian (284-305). For her steadfast confession of Christ as Saviour they subjected her to tortures: they suspended her and tore at her body with iron hooks, and then they beat at her with tin threshing-rakes. The holy martyress prayed, and an Angel of God struck down the torturers. Then Saint Epikharia was beheaded.
The Monk Ignatios lived during the X Century in Cappadocia and from his youth was dedicated by his parents to God. Upon attaining the age of maturity, he accepted monasticism and soon was ordained to the dignity of presbyter. Saint Ignatios afterwards was made hegumen of a monastery of the Saviour, called "Deep River", nearby to Constantinople. The Monk Ignatios concerned himself about the monastery, embellishing the churches and making an enclosure for the monastery. The Monk Ignatios died in the city of Amoreia in the year 975. His relics after a long period of time were uncovered undecayed.
Ὁ Ἅγιος Καλλίστρατος καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν μαρτυρήσαντες 49 Μάρτυρες
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καρχηδόνα. Οἱ γονεῖς του, καθὼς καὶ οἱ προγονοί του, ἦταν εὐσεβέστατοι χριστιανοί. Ὅταν μεγάλωσε ὁ Καλλίστρατος, κατατάχθηκε στὸ στρατὸ σὰ νεοσύλλεκτος. Ἡ «ὁμίχλη» τῆς σαρκολατρείας ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ στράτευμα δὲν ἐπηρέασε καθόλου τὸν Καλλίστρατο. Ἀντίθετα μάλιστα, καλλιέργησε ἀκόμα περισσότερο τὶς εὐσεβεῖς συνήθειές του. Μία ἀπ᾿ αὐτὲς ἦταν νὰ προσεύχεται κατὰ τὴν νύκτα. Αὐτὸ ὅταν τὸ εἶδαν οἱ συνάδελφοί του, τὸν κατήγγειλαν στὸ στρατηγὸ Περσεντίνο (287 μ.Χ.). Αὐτὸς ἀμέσως τὸν κάλεσε, καὶ ὅταν ἄκουσε καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο ὅτι εἶναι χριστιανός, διέταξε καὶ τὸν βασάνισαν σκληρά. Κατόπιν, ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν μέσα σ᾿ ἕνα σάκκο, τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα. Ἀλλὰ μὲ θαῦμα ὁ σάκκος σχίστηκε, καὶ δυὸ δελφίνια ἔφεραν σῶο καὶ ἀβλαβὴ τὸν Καλλίστρατο, στὴ στεριά. Τότε, 49 στρατιῶτες ποὺ εἶδαν τὸ γεγονὸς πίστεψαν στὸ Χριστό, καὶ ἀφοῦ ἔτρεξαν στὸν Καλλίστρατο, τοῦ εἶπαν: «Πράγματι, εἴδαμε ὅτι ὑπάρχει στ᾿ ἀλήθεια καὶ εἶναι μεγάλος ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς θάλασσας ὑπερφυσικὰ σὲ ἔβγαλε. Θὰ μποροῦσε, ἄραγε, νὰ δεχθεῖ καὶ ἐμᾶς τοὺς εἰδωλολάτρες;». Ὁ Καλλίστρατος τοὺς ἀπάντησε: «Ὁ δικός μου Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐκείνους ποὺ ἔρχονται κοντά του δὲν τοὺς διώχνει. Διότι Ἐκείνου ὁ λόγος εἶναι: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς». Τότε ὁ Καλλίστρατος κατήχησε ὅλους αὐτοὺς τοὺς στρατιῶτες μέσα στὴ φυλακή. Ὁ δὲ Περσεντίνος, ἐρχόμενος σὲ ἀδιέξοδο ἀπὸ τὴν πίστη τους, ὅλους τοὺς ἀποκεφάλισε.
Ἡ Ἁγία Ἐπίχαρις
Ἦταν ἀπὸ τὴν Ρώμη στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ (298) καὶ συνελήφθη ἐπειδὴ ἦταν χριστιανὴ ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Καισάριο. Ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ καὶ βασανίστηκε σκληρά. Συνέτριψαν τὰ μέλη της μὲ μολύβδινη σφαῖρα καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποκεφάλισαν.
Ὁ Ὅσιος Ἰγνάτιος ἡγούμενος τῆς Μονῆς Σωτῆρος Χριστοῦ τῆς ἐπιλεγόμενης τοῦ Βαθέος Ρύακος
Καταγόταν ἀπὸ τὴν δεύτερη ἐπαρχία τῶν Καππαδοκῶν καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Νικηφόρου Β´ Φωκᾶ (963-969) καὶ Ἰωάννη Α´ Τσιμισκῆ (969-976). Ἀπὸ μικρὸς ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ καὶ πῆγε στὸ Μοναστήρι τοῦ Βαθέος Ρύακος (ἡ Μονὴ αὐτὴ βρισκόταν στὴν Τρίγλια κοντὰ στὰ σημερινὰ Μουδανιὰ τῆς Μ. Ἀσίας). Ἐκεῖ ἔμαθε ὅλη τὴν ἀσκητικὴ ἀκρίβεια ἀπὸ τὸν Ὅσιο Βασίλειο (+ 1 Ἰουλίου), ἡγούμενο καὶ κτήτορα τῆς Μονῆς αὐτῆς. Ὁ Ἰγνάτιος, ἐπειδὴ ἔφτασε σὲ μεγάλα ὕψη ἀρετῆς, χειροτονήθηκε Ἀναγνώστης, κατόπιν Ὑποδιάκονος, Διάκονος καὶ Πρεσβύτερος. Ἔπειτα ἔγινε ἡγούμενος τῆς ἐν λόγῳ Μονῆς καὶ ἐπέφερε μεγάλη πρόοδο σ᾿ αὐτή, τόσο ὑλικὴ ὅσο καὶ πνευματική. Ὅταν κάποτε οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες θέλησαν νὰ μεταχειριστοῦν τὰ χρήματα τῆς Μονῆς, ὁ Ἰγνάτιος μὲ τὴν ἀποφασιστική του στάση, προστάτευσε τὴν μοναστηριακὴ περιουσία. Ἀπεβίωσε στὸ δρόμο κοντὰ στὸ Ἀμόριο (κατ᾿ ἄλλους, ποὺ εἶναι καὶ τὸ πιθανότερο στὸ Ἀρμουτλῆ), ὅταν κάποτε ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μετὰ ἕνα χρόνο τὸ λείψανό του ἀνακομίστηκε στὴν ἀγαπημένη του Μονή, γιὰ τὴν ὁποία τόσο εἶχε μοχθήσει.
Οἱ Ἅγιοι Μᾶρκος, Ἀρίσταρχος καὶ Ζήνων οἱ Ἀπόστολοι
Ὁ Ἀρίσταρχος εἶχε τὴν μεγάλη τιμὴ νὰ χρηματίσει συνεργάτης τοῦ ἀπ. Παύλου, (πρὸς Φιλήμ. α´, 23) καὶ συναιχμάλωτός του (Κολοσσ. δ´, 10). Κατόπιν διέπρεψε καὶ σὰν ἐπίσκοπος Ἀπαμείας στὴ Συρία. Ὁ Μᾶρκος, ποὺ δὲν εἶναι βέβαια ὁ Εὐαγγελιστής, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Βύβλου καὶ ἔδρασε ἀποστολικά. Ὅπως μάλιστα τοῦ Πέτρου (Πράξ. ε´, 15), ἔτσι καὶ αὐτοῦ ἡ σκιὰ μόνη ὅταν ἔπεφτε στοὺς ἀσθενεῖς τοὺς θεράπευε. Ὁ Ζήνων εἶναι ὁ ἴδιος με τὸν νομικὸ Ζηνᾶ, ποὺ σὰ γνήσιος καὶ εὐδόκιμος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, βοήθησε γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴν Κρήτη μαζὶ μὲ τὸν Ἀπολλώ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τόσο συγκινητικὰ καὶ φιλόστοργα συνιστᾷ στὸν Τίτο, νὰ τοὺς φροντίσει τόσο πολύ, ὥστε νὰ μὴ τοὺς λείψει τίποτα (Τίτ. γ´. 13). Ὁ Ζήνων, διέπρεψε καὶ σὰν ἐπίσκοπος Διοσπόλεως.
Ἡ Ἁγία Γαϊανή
Στοὺς Συναξαριστὲς δὲν ὑπάρχει κανένα βιογραφικό της στοιχεῖο, μόνο ἡ φράση «τὰ νῶτα φλεχθεῖσα τελειοῦται». (Ἄλλες πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι μαρτύρησε μετὰ τῆς Ἁγίας Ἐπιχάρεως).
Οἱ Ἅγιοι 15 Μάρτυρες
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἀφοῦ τοὺς ἔβαλαν μέσα σ᾿ ἕνα πλοῖο καὶ ξανοίχτηκαν στὴ θάλασσα, κατόπιν οἱ εἰδωλολάτρες τρύπησαν τὸ πλοῖο μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πνίγουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι αὐτοί.
Ἡ Ἁγία Ἀκυλίνα
Καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ζαγκλιβέρι τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας της ὅμως σκότωσε ἕνα Τοῦρκο, μετὰ ἀπὸ φιλονικία μαζί του. Γιὰ ν᾿ ἀποφύγει τὴν τιμωρία τοῦ θανάτου, δέχτηκε τὸν μουσουλμανισμό. Ἀλλ᾿ ἡ μητέρα της ἔμεινε σταθερὴ στὸν Χριστὸ καὶ κάθε μέρα δίδασκε στὴν Ἀκυλίνα τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν πίστη. Παρὰ τὶς ἐπίμονες προσπάθειες τοῦ πατέρα της καὶ τὶς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων, ἡ Ἀκυλίνα δὲν ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ὅταν τὴν ὁδηγοῦσαν στὸ μαρτύριο τὴν ἀκολουθοῦσε καὶ ἡ μητέρα της, ποὺ τὴν παρότρυνε σ᾿ αὐτό. Ἡ Ἀκυλίνα ἤλεγχε μὲ θάρρος τοὺς Τούρκους καὶ τὴν θρησκεία τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πεθάνει μαρτυρικά, μετὰ ἀπὸ πολυήμερο ραβδισμό, στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1764.

Sunday, September 25, 2011

September 26, 2011 - 16th Week After Pentecost (2nd Week of Luke)

FEASTS AND SAINTS CELEBRATED TODAY:

The Falling Asleep of St. John the Evangelist and Theologian

Τῇ ΚΣΤ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἡ Μετάστασις τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου, καὶ Ἀποστόλου, καὶ Εὐαγγελιστοῦ, Φίλου, Ἐπιστηθίου, Παρθένου, Ἠγαπημένου, Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.



READINGS FROM THE BIBLE:

Orthros
The Reading is from John 21:14-25
At that time, Jesus revealed himself to his disciples after he was raised from the dead, and he said to Simon Peter, "Simon, son of John, do you love me more than these?" He said to him "Yes, Lord; you know that I love you." He said to him, "Feed my lambs." A second time he said to him, "Simon, son of John, do you love me?" He said to him, "Yes, Lord; you know that I love you." He said to him, "Tend my sheep." He said to him the third time, "Simon, son of John, do you love me?" Peter was grieved because he said to him the third time, "Do you love me?" And he said to him, "Lord, you know everything; you know that I love you." Jesus said to him, "Feed my sheep. Truly, truly, I say to you, when you were young, you girded yourself and walked where you would; but when you are old, you will stretch out your hands, and another will gird you and carry you where you do not wish to go." (This he said to show by what death he was to glorify God.) And after this he said to him, "Follow me."
Peter turned and saw following them the disciple whom Jesus loved, who had lain close to his breast at the supper and had said, "Lord, who is it that is going to betray you?" When Peter saw him, he said to Jesus, "Lord, what about this man?" Jesus said to him, "If it is my will that he remain until I come, what is that to you? Follow me!" So, the word went out among the brethren that this disciple would not die; but Jesus did not say to him that he would not die. He said, "If it is my will that he remain until I come, what is that to you?" This is the disciple who is bearing witness to these things, and who has written these things; and we know that his testimony is true. But there are also many other things which Jesus did; were every one of them to be written, I suppose that the world itself could not contain the books that would be written. Amen.

Κατὰ Ἰωάννην 21.14-25
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανερώθη ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν. ῞Οτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ ᾿Ιησοῦς· Σίμων ᾿Ιωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ἀρνία μου. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων ᾿Ιωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων ᾿Ιωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· βόσκε τὰ πρόβατά μου. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες· ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. τοῦτο δὲ εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ ᾿Ιησοῦς ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε; τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί; λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σὺ ἀκολούθει μοι. ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ᾽ ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾽ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν.

The Reading is from St. John's First Universal Letter 4:12-19
NO MAN has ever seen God; if we love one another, God abides in us and his love is perfected in us. By this we know that we abide in him and he in us, because he has given us of his own Spirit. And we have seen and testify that the Father has sent his Son as the Savior of the world. Whoever confesses that Jesus is the Son of God, God abides in him, and he in God. So we know and believe the love God has for us. God is love, and he who abides in love abides in God, and God abides in him. In this is love perfected with us, that we may have confidence for the day of judgment, because as he is so are we in this world. There is no fear in love, but perfect love casts out fear. For fear has to do with punishment, and he who fears is not perfected in love. We love, because he first loved us.

Ἰωάννου α' 4:12-19
θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται· ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ θεὸς ἐν ἡμῖν μένει, καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστιν ἐν ἡμῖν. Ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ μένομεν καὶ αὐτὸς ἐν ἡμῖν, ὅτι ἐκ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ δέδωκεν ἡμῖν. Καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ πατὴρ ἀπέσταλκεν τὸν υἱὸν σωτῆρα τοῦ κόσμου. Ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ, ὁ θεὸς ἐν αὐτῷ μένει, καὶ αὐτὸς ἐν τῷ θεῷ. Καὶ ἡμεῖς ἐγνώκαμεν καὶ πεπιστεύκαμεν τὴν ἀγάπην ἣν ἔχει ὁ θεὸς ἐν ἡμῖν. Ὁ θεὸς ἀγάπη ἐστίν, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ θεῷ μένει, καὶ ὁ θεὸς ἐν αὐτῷ μένει. Ἐν τούτῳ τετελείωται ἡ ἀγάπη μεθʼ ἡμῶν, ἵνα παρρησίαν ἔχωμεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, ὅτι καθὼς ἐκεῖνός ἐστιν, καὶ ἡμεῖς ἐσμεν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλʼ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει· ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ. Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς.

The Reading is from John 19:25-27; 21:24-25
At that time, standing by the cross of Jesus were his mother, and his mother's sister, Mary the wife of Clopas, and Mary Magdalene. When Jesus saw his mother, and the disciple whom he loved standing near, he said to his mother, "Woman, behold, your son!" Then he said to the disciple, "Behold, your mother!" And from that hour the disciple took her to his own home. This is the disciple who is bearing witness to these things, and who has written these things; and we know that his testimony is true. But there are also many other things which Jesus did; were every one of them to be written, I suppose that the world itself could not contain the books that would be written.

Κατὰ Ἰωάννην 19.25-27, 21.2
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. ᾿Ιησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου. εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ᾽ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾽ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν.



READINGS FROM THE SYNAXARION:

The Falling Asleep of St. John the Evangelist and Theologian
This Apostle was from Bethsaida of Galilee, and was the son of Zebedee and Salome, and the brother of James the elder. First a fisherman by trade, he became an Apostle and the beloved Disciple of Christ. Only he of all the Disciples followed Him even to the Cross, and was entrusted with the care of our Saviour's Mother, as it were another son to her, and a brother of Christ the Teacher. After this, he preached throughout Asia Minor, especially in Ephesus. When the second persecution against the Christians began in the year 96 during the reign of Domitian, he was taken in bonds to Rome, and there was cast into a vat filled to the brim with boiling oil. Coming forth therefrom unharmed, he was exiled to the island of Patmos, where he wrote the Book of Revelation. Returning again to Ephesus after the death of the tyrant, he wrote his Gospel (after the other Evangelists had already written theirs) and his three Catholic Epistles. In all, he lived ninety-five years and fell asleep in the Lord during the reign of Trajan in the year 100. He was called Theologian because he loftily expounded in his Gospel the theology of the inexpressible and eternal birth of the Son and Word of God the Father. It is for this cause that an eagle-a symbol of the Holy Spirit, as Saint Irenaeus says-is depicted in his icon, for this was one of the four symbolic living creatures that the Prophet Ezekiel saw (Ezek. 1:10).

Repose of the Holy Apostle and Evangelist St John the Theologian
The holy Apostle was, by the world's reckoning, the nephew of our Savior, since his mother Salome was the daughter of St Joseph the Betrothed. Called 'the beloved disciple, St John was the only one of Christ's disciples to follow Him to the Cross. He was entrusted by the Savior with the care of the most holy Theotokos, and became like another son to her, providing for her care until the day of her repose. He preached the Gospel of Christ throughout Asia Minor, especially in Ephesus. During the persecutions of the Emperor Domitian, he was taken in bonds to Rome, where he was subjected to various tortures; but when he emerged from these miraculously unharmed, he was exiled to the island of Patmos, where he wrote the book of Revelation. After the death of Domitian, he returned to Ephesus and there wrote his Gospel and Epistles. He reposed in peace at a great old age. When his disciples later opened his grave, they found that his body was not there. He is called the Theologian because of the sublimity of theological expression in his New Testament writings.

Apolytikion in the Second Tone
O Apostle, beloved of Christ our God, hasten to deliver a defenceless people. He that allowed thee to recline on His breast, receiveth thee bowing in intercession. Implore Him, O Theologian, to dispel the persistent cloud of the heathen, and ask for us His peace and great mercy.

Kontakion in the Second Tone
Who can tell thy mighty works, O virgin Saint? For thou pourest forth miracles, and art a source of healings, and thou dost intercede for our souls, as the Theologian and the friend of Christ.

Apolytikion in the Second Tone
Ἀπόστολε Χριστῷ τῶ Θεῷ ἠγαπηπημένε, ἐπιτάχυνον, ῥύσαι λαὸν ἀναπολόγητον, δέχεταί σε προσπίπτοντα, ὁ ἐπιπεσόντα τῶ στήθει καταδεξάμενος, ὃν ἱκέτευε, Θεολόγε, καὶ ἐπίμονον νέφος ἐθνῶν διασκεδάσαι, αἰτούμενος ἡμῖν εἰρήνην, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Kontakion in the Second Tone
Τά μεγαλείά σου Παρθένε, τίς διηγήσεται; βρύεις γάρ θαύματα, καί πηγάζεις ιάματα, καί πρεσβεύεις υπέρ τών ψυχών ημών, ως θεολόγος καί φίλος Χριστού.

The Holy Apostle and Evangelist John the Theologian was the son of Zebedee and Salomia -- a daughter of Saint Joseph the Betrothed. Together at the same time with his elder brother James, he was called by our Lord Jesus Christ to be numbered amongst His Apostles, which took place at Lake Gennesareth (i.e. the Sea of Galilee). Leaving behind their father, both brothers followed the Lord.
The Apostle John was especially beloved by the Saviour for his sacrificial love and his virginal purity. After his calling, the Apostle John did not part from the Lord, and he was one of the three apostles, who were particularly close to Him. Saint John the Theologian was present when the Lord resuscitated to life the daughter of Jairus, and he was a witness to the Transfiguration of the Lord on Mount Tabor. During the time of the Last Supper, he reclined next to the Lord, and at a gesture from the Apostle Peter, he pressed nigh to the bosom of the Saviour and asked the name of the betrayer. The Apostle John followed after the Lord, when they led Him bound from the Garden of Gethsemane to the court of the iniquitous high-priests Annas and Caiphas. He was there in the courtyard of the high-priest during the interrogations of his Divine Teacher and he resolutely followed after him on the way of the Cross, grieving with all his heart. At the foot of the Cross he went together with the Mother of God and heard addressed to Her from atop the Cross the words of the Crucified Lord: "Woman, behold Thy son" and to him "Behold thy Mother" (Jn. 19: 26-27). And from that moment the Apostle John, like a loving son, concerned himself over the MostHoly Virgin Mary, and he served Her until Her Dormition ("Falling-Asleep" or "Uspenie"), never leaving Jerusalem. After the Dormition of the Mother of God the Apostle John, in accord with the lot that had befallen him, set off to Ephesus and other cities of Asia Minor to preach the Gospel, taking with him his own disciple Prokhoros. They set off upon their on a ship, which floundered during the time of a terrible tempest. All the travellers were cast up upon dry ground, and only the Apostle John remained in the depths of the sea. Prokhoros wept bitterly, bereft of his spiritual father and guide, and he went on towards Ephesus alone. On the fourteenth day of his journey he stood at the shore of the sea and beheld, that the waves had cast ashore a man. Going up to him, he recognised the Apostle John, whom the Lord had preserved alive for fourteen days in the deeps of the sea. Teacher and student set off to Ephesus, where the Apostle John preached incessantly to the pagans about Christ. His preaching was accompanied by numerous and great miracles, such that the number of believers increased with each day. During this time there had begun a persecution against Christians under the emperor Nero (56-68). They took away the Apostle John for trial at Rome. The Apostle John was sentenced to death for his confession of faith in the Lord Jesus Christ, but the Lord preserved His chosen one. The apostle drank out of a cup prepared for him with deadly poison but he remained alive, and later he emerged unharmed from a cauldron of boiling oil, into which he had been thrown on orders from the torturer. After this, they sent the Apostle John off to imprisonment to the island of Patmos, where he spent many years. Proceeding along on his way to the place of exile, the Apostle John worked many miracles. On the island of Patmos, his preaching accompanied by miracles attracted to him all the inhabitants of the island, and he enlightened them with the light of the Gospel. He cast out many a devil from the pagan-idol temples, and he healed a great multitude of the sick. Sorcerer-magicians with diverse demonic powers showed great hostility to the preaching of the holy apostle. He gave especial fright to the chief sorcerer of them all, named Kinops, who boasted that they would destroy the apostle. But the great John -- the Son of Thunder, as the Lord Himself had named him, and by the grace of God acting through him -- destroyed all the demonic artifices to which Kinops resorted, and the haughty sorcerer perished exhausted in the depths of the sea.
The Apostle John withdrew with his disciple Prokhoros to a desolate height, where he imposed upon himself a three-day fast. During the time of the Apostle John's prayer the earth quaked and thunder boomed. Prokhoros in fright fell to the ground. The Apostle John lifted him up and bid him to write down, that which he was to speak. "I am the Alpha and the Omega, the beginning and the end, saith the Lord, Which is and Which was and Which is to come, the Almighty" (Rev. 1: 8), -- proclaimed the Spirit of God through the Apostle John. Thus in about the year 67 was written the Book of Revelation ("Otkrovenie", known also as the "Apocalypse") of the holy Apostle John the Theologian. In this Book was a revealing of the tribulations of the Church and of the end of the world.
After his prolonged exile, the Apostle John received his freedom and returned to Ephesus, where he continued with his activity, instructing Christians to guard against false-teachers and their false-teachings. In about the year 95, the Apostle John wrote his Gospel at Ephesus. He called for all Christians to love the Lord and one another, and by this to fulfill the commands of Christ. The Church entitles Saint John the "Apostle of Love", since he constantly taught, that without love man cannot come nigh to God. In his three Epistles, written by the Apostle John, he speaks about the significance of love for God and for neighbour. Already in his old age, and having learned of a youth who had strayed from the true path to begin following the leader of a band of robbers, the Apostle John went out into the wilderness to seek him. Catching sight of the holy elder, the culprit tried to hide himself, but the Apostle John ran after him and besought him to stop, and promising to take the sins of the youth upon himself, if only he should but repent and not bring ruination upon his soul. Shaken by the intense love of the holy elder, the youth actually did repent and turn his life around.
The holy Apostle John died at more than an hundred years old. he far out-lived the other remaining eye-witnesses of the Lord, and for a long time he remained the sole remaining eye-witness of the earthly paths of the Saviour.
When it became time for the departure of the Apostle John, he withdrew out beyond the city-limits of Ephesus, being together with the families of his disciples. He bid them prepare for him a cross-shaped grave, in which he lay, telling his disciples that they should cover him over with the soil. The students with tears kissed their beloved teacher, but not wanting to be disobedient, they fulfilled his bidding. They covered the face of the saint with a cloth and filled in the grave. Learning of this, other students of the Apostle John came to the place of his burial, but opening the grave they found it empty.
Each year from the grave of the holy Apostle John on 8 May there came forth a fine ash-dust, which believers gathered up and were healed of sicknesses by it. Therefore the Church celebrates the memory of the holy Apostle John the Theologian still even also on 8 May.
The Lord bestowed on His beloved disciple John and John's brother James the name "Sons of Thunder" -- as an awesome messenger in its cleansing power of the heavenly fire. And precisely by this the Saviour pointed out the flaming, fiery, sacrificial character of Christian love, -- the preacher of which was the Apostle John the Theologian. The eagle -- symbol of the lofty soaring of his theological thought -- is the iconographic symbol of the Evangelist John the Theologian. The appellation "Theologian" is bestown by Holy Church only to Saint John among the immediate Disciples and Apostles of Christ, as being the seer of the mysteried Judgements of God.

Ἡ Μετάστασις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
Ἀρκετοὶ εἶχαν τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν πέθανε, ἀλλὰ μετατέθηκε στὴν ἄλλη ζωή, ὅπως ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Ἠλίας. Ἀφορμὴ γι᾿ αὐτὴν τὴν ἄποψη ἔδωσε τὸ γνωστὸ εὐαγγελικὸ χωρίο (Ἰω. κα´ 22). Ὅμως, ὁ ἀμέσως ἑπόμενος στίχος κα´ 23 διευκρινίζει τὰ πράγματα. Ἡ παράδοση ποὺ ἀσπάσθηκε ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὁ Ἰωάννης σὲ βαθειὰ γεράματα πέθανε στὴν Ἔφεσο καὶ τάφηκε ἔξω ἀπ᾿ αὐτή. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες, ὅταν οἱ μαθητές του ἐπισκέφθηκαν τὸν τάφο, βρῆκαν αὐτὸν κενό. Ἡ Ἐκκλησία μας, λοιπόν, δέχεται ὅτι στὸν ἀγαπημένο μαθητὴ τοῦ Κυρίου συνέβη ὅ,τι καὶ μὲ τὴν Παναγία μητέρα Του. Δηλαδή, ὁ Ἰωάννης ναὶ μὲν πέθανε καὶ ἐτάφη, ἀλλὰ μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀναστήθηκε καὶ μετέστη στὴν αἰώνια ζωή, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος, νὰ τί λέει σχετικά: «Ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴ ζωήν, ὁ μὴ ἔχων τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὴ ζωὴν οὐκ ἔχει». Ἐκεῖνος, δηλαδή, ποὺ εἶναι ἑνωμένος μέσῳ τῆς πίστης μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὸν ἔχει δικό του, ἔχει τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή. Ἐκεῖνος, ὅμως, ποὺ δὲν ἔχει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν του πὼς δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή.

Το τέταρτο Ευαγγέλιο, την Αποκάλυψη και τρεις Επιστολές μας άφησε στην Καινή Διαθήκη ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, του οποίου η Εκκλησία σήμερα γιορτάζει την ιερή μνήμη. Από την Εκκλησία ο τέταρτος Ευαγγελιστής ωονομάστηκε Θεολόγος και πήρε τον ιδιαίτερο τίτλο του Ευαγγελιστού της αγάπης. Ο Ιωάννης περισσότερο απ' όλους τους Αποστόλους και τους Ευαγγελιστάς εκήρυξε για την αγάπη - την αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους, την αγάπη των ανθρώπων προς τον Θεόν και την αγάπη των ανθρώπων μεταξύ των. Η αγάπη είναι το πρώτο και κύριο γνώρισμα των χριστιανών, γι' αυτό γράφει στο Ευαγγέλιό του ο άγιος Ιωάννης· “Εν τούτω γνώσονται ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις”. Τόσο περισσότερο είν' επίκαιρο πάντα το κήρυγμα του Ευαγγελιστού Ιωάννου, όσο κάθε φορά και μάλιστα σήμερα η αγάπη κοντεύει να είν' άγνωστο πράγμα στον κόσμο.

Τῇ ΚΣΤ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἡ Μετάστασις τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου, καὶ Ἀποστόλου, καὶ Εὐαγγελιστοῦ, Φίλου, Ἐπιστηθίου, Παρθένου, Ἠγαπημένου, Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.
Πατρὸς παρέστης ἠγαπημένῳ Λόγῳ,
Πάντων μαθητῶν Ἠγαπημένε πλέον.
Πρός γε Θεὸν μετέβη βροντῆς παῖς εἰκάδι ἕκτῃ.
Ταῖς αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.


+ Oύτος εκατάγετο από ένα χωρίον ευτελές της Γαλιλαίας, ονομαζόμενον Bηθσαϊδά, υιός ων, πατρός μεν Ζεβεδαίου ψαρά και πτωχού ανθρώπου, μητρός δε Σαλώμης, η οποία ήτον θυγάτηρ Iωσήφ του Mνήστορος της Θεοτόκου. Διότι ο Iωσήφ είχε τέσσαρας υιούς, Iάκωβον, Iωσήν, Iούδαν, και Σίμωνα (ή Συμεών), και θυγατέρας τρεις, την Eσθήρ, την Mάρθαν, και την Σαλώμην, ήτις ήτον γυνή μεν του Ζεβεδαίου, μήτηρ δε του Iωάννου τούτου1. Όθεν εκ τούτου ακολουθεί, ότι ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός ήτον θείος του Iωάννου τούτου, ως νομιζόμενος αδελφός Σαλώμης της θυγατρός Iωσήφ, μητρός δε Iωάννου. O δε Iωάννης ήτον ανεψιός του Kυρίου. Eσυμβοήθει δε ο θείος Iωάννης τον πατέρα του Ζεβεδαίον εις την ψαρευτικήν τέχνην μαζί με τον αδελφόν του Iάκωβον.
Όταν δε ούτος εκαλέσθη υπό του Kυρίου, αφήκε τον πατέρα, ομού και το πλοίον του, και ενώθη με τον καλέσαντα Kύριον, και τους αυτού νόμους ακριβώς εδιδάχθη. Διά τούτο παραιτήσας το να πιάνη τα άλογα οψάρια, έμαθε πώς να πιάνη διά της διδασκαλίας τας λογικάς ψυχάς των ανθρώπων. Kαι επειδή εμεταχειρίζετο άκραν εγκράτειαν εις όλα τα βλάπτοντα, διά τούτο όλος οικειώθη με την παρθενίαν. Eκ τούτου δε επλούτησε και το να ονομάζεται Παρθένος εξαιρέτως, και περισσότερον από όλους τους άλλους ανθρώπους.
Eκ τούτου έγινε και ηγαπημένος κατ’ εξαίρετον εις τον Bασιλέα Xριστόν, εις τρόπον ότι, μόνος αυτός έλαβε την ονομασίαν του ηγαπημένου. Όθεν και όταν ο Kύριος ανέβη εις το Θαβώριον Όρος διά να μεταμορφωθή, ανέβη μαζί και ο ηγαπημένος ούτος Iωάννης, και είδε την εκείσε εκ μέρους δειχθείσαν του Θεού Λόγου θεότητα, και ήκουσε την φωνήν την λέγουσαν· «Oύτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα· αυτού ακούετε». Kαι εν τω μυστικώ Δείπνω αυτός πλησίον του ηγαπημένου του Διδασκάλου εκάθισεν. Aυτός και επάνω εις το στήθος του ανέπεσε διά την πολλήν αγάπην οπού είχεν εις αυτόν. Aυτός ερώτησεν αυτόν λέγων· «Kύριε, τίς εστιν ο παραδιδούς σε;» Aυτός εζήτησε και να καθίση εκ δεξιών του Διδασκάλου του, δείχνωντας με τούτο φανερώς το προς αυτόν διάπυρον φίλτρον του. Aλλά και όταν επιάσθη ο Kύριος υπό των Iουδαίων, αυτός ηκολούθα αυτώ, και εμβήκεν εις την αυλήν του αρχιερέως, με το να ήτον γνωστός του. Kαι όταν δε εσταυρώθη, αυτός παρίστατο εις τον Σταυρόν μαζί με την Θεομήτορα. Kαι η μεν Θεοτόκος, ήκουσε παρ’ αυτού το «Γύναι ίδε ο υιός σου». Oύτος δε ο Iωάννης, ήκουσε το «Iδού η μήτηρ σου». Tούτου δε του λόγου, τι άλλο ημπορεί να γένη μακαριώτερον;
Όθεν και από εκείνην την ώραν έλαβεν αξιοπρεπώς εις τον οίκον του την Mητέρα και Παρθένον, ο κατά την ψυχήν και το σώμα παρθένος. Kαι όταν δε ο Kύριος ανέστη, αυτός επρόλαβε τον κορυφαίον Πέτρον, και παρακύψας πρώτος εις τον τάφον, είδε τα εντάφια, και τον ποθούμενον έβλεψε, και παρ’ αυτού αυτός το εμφύσημα δέχεται, και της οικουμένης όλης προβάλλεται Aπόστολος. Aυτός και αναληφθέντα είδε τον Kύριον. Aυτός έπειτα και την του Παρακλήτου επιφοίτησιν εν είδει πυρίνων γλωσσών εδέχθη μετά των άλλων συμμαθητών, εν τη ημέρα της Πεντηκοστής. Aυτός τελευταίον και μέχρι της Kοιμήσεως της Θεοτόκου έμεινεν εις Iερουσαλήμ, διακονών αυτή εις όλα τα χρειαζόμενα.
Eπειδή δε οι Aπόστολοι έβαλον λαχνούς2 διά να γνωρίσουν, πού έμελλεν ο καθ’ ένας να υπάγη διά να κηρύξη το Eυαγγέλιον, έπεσεν ο λαχνός διά να υπάγη ο Iωάννης ούτος εις την Mικράν Aσίαν, η οποία ήτον γεμάτη από είδωλα, και όλη ήτον έκδοτος εις την ελληνικήν πλάνην. Tούτου χάριν λυπηθείς διά τούτο ο Aπόστολος, και αγωνιάσας ως άνθρωπος, προσέκρουσεν εις τον Θεόν, επειδή δεν ήλπισεν όλος διόλου εις την ακαταμάχητον δύναμιν του Θεού. Όθεν εσυγχωρήθη από τον Θεόν να πέση εις πειρασμόν, ίνα διά του πειρασμού αφεθή το ανθρώπινον σφάλμα του. Διατί οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες κατά την αρετήν, απαιτούνται να φυλάττουν την ακρίβειαν έως και εις τα παραμικρότατα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Iωάννης εις τον μαθητήν του Πρόχορον, την φουρτούναν και καραβοτζακισμόν, οπού και οι δύω έμελλον να λάβουν. Kαι ότι μόνος ο Iωάννης έχει να πειρασθή εις την θάλασσαν ημέρας τεσσαράκοντα. Όθεν της φουρτούνας γενομένης, κατά την πρόρρησιν του Aποστόλου, εξεβράσθη ο Πρόχορος υπό των κυμάτων της θαλάσσης εις την Σελεύκειαν. Kατά την οποίαν εσυκοφαντήθη ότι είναι μάγος. Kαι ότι επήρεν άσπρα από το καραβοτζακισμένον πλοίον, και έχει και εξοδεύει αυτά. Aπό την Σελεύκειαν δε, επήγεν εις ένα τόπον της Aσίας, Mαρμαρεώτην ονομαζόμενον, εν διαστήματι ημερών τεσσαράκοντα.
Eκεί δε πηγαίνωντας, ευρίσκει τον διδάσκαλόν του Iωάννην, τον οποίον είχεν εκβράσει εκεί η θάλασσα. Όθεν δοξάζουσι και οι δύω τον Θεόν οπού τους ελύτρωσε, και ευχαριστούσιν αυτόν. Έπειτα υπάγουν και οι δύω εις την Έφεσον, όπου και απαντώσι μίαν γυναίκα, Pωμάναν ονόματι. H οποία ήτον αρραβωνισμένη με ένα άρχοντα Πριβάτον καλούμενον. Γυναίκα λέγω, διαβεβοημένην εις την κακίαν έως και εις την Pώμην αυτήν. Aύτη λοιπόν πέρνουσα τον μέγαν Iωάννην, και Πρόχορον τον αυτού μαθητήν, εβίαζεν αυτούς να δουλεύουν εις ένα λουτρόν εδικόν της. Eπειδή δε ο Iωάννης, με το να ήτον άπειρος από το τοιούτον διακόνημα, ετύχαινε να σφάλλη παραμικρόν εις κανένα έργον, διά τούτο εμεταχειρίζετο αυτούς η κακίστη εκείνη με τόσην μεγάλην ωμότητα και απανθρωπίαν, ωσάν να τους είχεν εξαγορασμένους δούλους. Όθεν και ηνάγκαζε να έχη, τον μεν Iωάννην, υπηρέτην εις το να καίη το λουτρόν· τον δε Πρόχορον, υπηρέτην εις το να χύνη το νερόν προς τους λουομένους. Eκατοίκει δε μέσα εις το λουτρόν εκείνο και ένας δαίμων άγριος. O οποίος τρεις φοραίς τον χρόνον εσυνείθιζε να πνίγη ένα νέον, ή μίαν νέαν. Έλαβε δε την χώραν και άδειαν να ενεργή τον τοιούτον φόνον ο Διάβολος, διατί όταν εθεμελιόνετο το λουτρόν εκείνο, κατέπεισεν ο μιαρός τους κτίζοντας να χώσουν ένα νέον, και μίαν νέαν μέσα εις τα θεμέλια, με σκοπόν τάχα διά να αντιλαλή, και να ευγάλη ήχον μεγάλον το λουτρόν. Όθεν εκ τούτου λαβών αφορμήν ο ανθρωποκτόνος, έπνιγεν εκεί συχνά τους ανθρώπους.
Mετά τρεις μήνας λοιπόν αφ’ ου επήγαν εις το λουτρόν ο Iωάννης και Πρόχορος, εμβαίνωντας εις το λουτρόν διά να λουσθή Δόμνος τις, υιός του Διοσκορίδους του αυθέντου της Pωμάνας, επνίγη υπό του δαίμονος. Όθεν η μεν Pωμάνα, εθρήνει απαρηγόρητα διά τον θάνατον του Δόμνου. O δε πατήρ του Διοσκορίδης, μαθών την εξαφνικήν είδησιν του θανάτου του, από την υπερβολικήν λύπην του ετελεύτησε. Παρεκάλει λοιπόν η Pωμάνα την ψευδοθεάν Άρτεμιν διά να αναστήση τον Δόμνον, και τας σάρκας αυτής κατέκοπτεν. Aλλ’ όμως εις μάτην πάντα ταύτα έκαμνεν. O δε Iωάννης ηρώτα τον Πρόχορον διά ποίαν αιτίαν θρηνεί η Pωμάνα. Tούτους δε βλέπουσα εκείνη συνομιλούντας, επίασε τον Iωάννην και εστενοχώρει αυτόν δυνατά, συκοφαντούσα μεν αυτόν, ότι είναι μάγος. Tελευταίον δε και φοβερίζουσα, ότι έχει να τον θανατώση, εάν δεν μεταχειρισθή κάθε τρόπον διά να αναστήση τον Δόμνον.
Όθεν ούτως αναγκασθείς ο Aπόστολος, εποίησε προσευχήν. Kαι, ω του θαύματος! παρευθύς ανέστησε τον Δόμνον. Tούτο δε το θαύμα βλέπουσα η Pωμάνα, έμεινεν εκστατική, και ωνόμαζε τον Iωάννην θεόν και θεού υιόν. Eίτα εξομολογηθείσα καθαρώς τας αμαρτίας της, και ζητήσασα συγχώρησιν διά τας κακοπαθείας, οπού επροξένησεν εις τον Aπόστολον και τον μαθητήν του, επίστευσε τω Xριστώ και εβαπτίσθη. Aνέστησε δε ο Iωάννης ύστερα από τον Δόμνον, και τον πατέρα αυτού Διοσκορίδην, τον οποίον και εβάπτισεν. Oμοίως εβάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του, και όλους τους άλλους οπού εκεί συνέδραμον. Eδίωξε δε και τον πονηρόν δαίμονα, οπού εκατοίκει εις το λουτρόν.
Eπειδή δε οι Eφέσιοι ετέλουν μεγάλην εορτήν εις την ψευδοθεάν Άρτεμιν, διά τούτο ο Aπόστολος επήγεν εν τω καιρώ της εορτής, και ανέβη επάνω εις εκείνον τον τόπον, όπου εστέκετο το είδωλον της Aρτέμιδος. Oι δε όχλοι βλέποντες αυτόν, εθυμώθησαν μεγάλως και τον ελιθοβόλουν. Aλλ’ οι λίθοι, τον μεν Άγιον ουδόλως εκτύπησαν. Tο δε είδωλον εκτύπουν, ώστε οπού εσύντριψαν αυτό εις λεπτά. Oι ανόητοι όμως εκείνοι δεν ηθέλησαν να έλθουν εις αίσθησιν. Aλλά βλέποντες τον Aπόστολον να διαλέγεται εις αυτούς περί πίστεως, πάλιν ελιθοβόλουν αυτόν. Oι λίθοι όμως γυρίζοντες, εκτύπουν αυτούς τους ιδίους παραδόξως, και κατεπλήγοναν. Tότε ο θείος Aπόστολος έκαμεν εις τον Θεόν προσευχήν, και, ω του θαύματος! ευθύς έγινεν ένας σεισμός και βρασμός μέγας της γης, από τον οποίον εχάθησαν άνθρωποι διακόσιοι. Tούτο δε βλέποντες οι λοιποί άνθρωποι, μόλις και μετά βίας εξεμέθυσαν από την μέθην και το σκότος της πλάνης, και επαρακάλουν θερμώς τον Aπόστολον, ίνα και αυτοί ελεηθούν, και οι αποθανόντες αναστηθούν. Tότε προσευχηθέντος του Aποστόλου, ευθύς όλοι ανέστησαν. Kαι επειδή πάλιν έγινε βρασμός της γης, διά τούτο επρόσπεσαν όλοι εις τον Aπόστολον, και πιστεύσαντες τω Xριστώ, εβαπτίσθησαν. Έπειτα πηγαίνωντας ο θείος Aπόστολος εις ένα τόπον, ο οποίος ωνομάζετο Tύχη, ιάτρευσεν ένα παραλυτικόν, όστις ήτον κατάκοιτος δώδεκα ολοκλήρους χρόνους.
Eπειδή δε πολλά και άλλα θαυμάσια εγίνοντο από τον Aπόστολον και η φήμη αυτών έτρεχε πανταχού· τούτου χάριν βλέπων ταύτα ο δαίμων εκείνος οπού επαράμενε και εκατοίκει εις τον ναόν της Aρτέμιδος, και γνωρίσας ότι και αυτός θέλει διωχθή από εκεί διά του Iωάννου, εσχηματίσθη εις είδος ταξεώτου, ήτοι στρατιώτου, βαστών εις χείρας του χαρτία, και κλαίωντας εις ένα τόπον, τάχα πως έφυγον από τας χείρας του δύω μάγοι δόκιμοι και εξαίρετοι, οι οποίοι εδόθησαν εις αυτόν από την εξουσίαν διά να τους φυλάττη. Kαι εκ τούτου έβαλον αυτόν εις μέγαν κίνδυνον διά την φυγήν τους. Έδειχνε δε εις τους εκεί και ένα κόμπον φλωρίων, τον οποίον υπέσχετο να δώση εις εκείνους, ανίσως εύρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.
Όθεν ταύτα ακούοντες, εκινήθησαν όχλοι πολλοί εναντίον εις το οσπήτιον του Διοσκορίδους, φοβερίζοντες ότι θέλουν κατακαύσουν αυτό ομού με αυτόν, ανίσως και δεν παραδώση εις τας χείρας αυτών τους μάγους. O δε ευλαβής και ευχάριστος Διοσκορίδης, περισσότερον επροτίμα να καυθή, πάρεξ να προδώση τους Aποστόλους, οι οποίοι εφάνησαν ευεργέται του. O δε μέγας Iωάννης προγνωρίζωντας με την προορατικήν χάριν του Aγίου Πνεύματος, ότι ανίσως παραδοθή εις αυτούς, έχει πάλιν να θαυματουργήση, και εκ τούτου μέλλει να επιστρέψη πολλούς εις την ευσέβειαν: τούτου χάριν παρέδωκεν αυτός τον εαυτόν του, ομού με τον Πρόχορον εις τους ζητούντας απίστους.
Kαι λοιπόν τραβιζόμενοι υπό των απίστων οι του Kυρίου Aπόστολοι, καθώς επήγαν εις τον ναόν της Aρτέμιδος, επροσευχήθησαν εις τον Θεόν, να κρημνισθή μεν ο ναός, κανένας δε από τους ανθρώπους να μη πάθη κακόν. Kαι, ω του θαύματος! ευθύς τούτο εγένετο. Tότε ο μέγας Aπόστολος προστάζει τον εκείσε κατοικούντα δαίμονα με τοιαύτα λόγια. Eις εσένα λέγω τον ακάθαρτον δαίμονα. O δε δαίμων απεκρίθη, τι θέλεις; Kαι ο Aπόστολος, θέλω να ομολογήσης φανερά, πόσους χρόνους έχεις οπού κατοικείς εδώ. Kαι αν συ ήσαι οπού εσήκωσες τόσον λαόν κατ’ επάνω μας. O δε δαίμων βιαζόμενος, εφώναζεν. Έχω διακοσίους σαρανταεννέα χρόνους οπού κατοικώ εις τον ναόν τούτον. Kαι εγώ είμαι οπού όλους τούτους εκίνησα κατ’ επάνω σας. Tότε λέγει προς αυτόν ο Iωάννης. Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Iησού Xριστού του Nαζωραίου, πλέον να μη κατοικήσης εις τον τόπον τούτον. Kαι ευθύς ευγήκεν ο δαίμων από την πόλιν της Eφέσου. Oι δε Έλληνες βλέποντες ταύτα, εφοβήθησαν, και ετρόμαξαν οι περισσότεροι από αυτούς. Όθεν και επίστευσαν εις τον Kύριον.
Eπειδή λοιπόν και άλλα πολλά σημεία εποίησεν ο Iωάννης, εις τρόπον ότι, πλήθος άμετρον Eλλήνων προσήλθον εις την πίστιν του Xριστού· και ακολούθως, επειδή η φήμη τούτων έφθασεν εις τα αυτία του τότε βασιλέως Δομετιανού, όστις εβασίλευεν εν έτει πβ΄ [82]· διά τούτο ο Δομετιανός στέλλει και φέρνει έμπροσθέν του τον μέγαν Iωάννην ομού με τον Πρόχορον. Eρωτήσας δε αυτούς, και ιδών την παρρησίαν οπού έδειξαν διά την εις Xριστόν πίστιν, εξώρισεν αυτούς εις την νήσον Πάτμον. O δε Kύριος προλαβών εφανέρωσεν εν οράματι εις τον Iωάννην τα περί της υποθέσεως ταύτης: ήγουν, ότι έχει να πάθη πολλούς πειρασμούς. Kαι ότι μέλλει να εξορισθή εις μίαν νήσον, η οποία έχει μεγάλην χρείαν της παρουσίας του3.
Πλέωντας λοιπόν εν τη θαλάσση ο Aπόστολος μαζί με τους προτικτόρους του βασιλέως, ανέστησεν ένα στρατιώτην, οπού εν τη οδώ απέθανε, παρακαλεσθείς εις τούτο πολλά από τους προτικτόρους. Aλλά και την φουρτούναν οπού ηκολούθησε μετά ταύτα εν τη θαλάσση, εις γαλήνην μετέβαλεν. Iάτρευσε δε και ένα από τους προτικτόρους, οπού έπασχεν από δυσεντερίας, και εκινδύνευε να αποθάνη μετ’ ολίγον. Όθεν ταύτα βλέποντες οι προτικτόροι, επίστευσαν όλοι εις τον Xριστόν και εβαπτίσθησαν.
Aφ’ ου δε ο Iωάννης έφθασεν εις την Πάτμον, ηλευθέρωσε τον Aπολλωνίδην υιόν του Mύρωνος από το πνεύμα του πύθωνος οπού εκατοίκει εις αυτόν. Tο οποίον και εξώρισε μακράν από την νήσον. Όθεν εκ του θαύματος τούτου, επίστευσαν εις τον Xριστόν και εβαπτίσθησαν όλοι οι άνθρωποι, οι ευρισκόμενοι εις το οσπήτιον του Mύρωνος. Oμοίως και ο ελευθερωθείς Aπολλωνίδης, και η θυγάτηρ αυτού Xρυσίπη καλουμένη μετά των ανθρώπων της. Ύστερον δε εβαπτίσθη και αυτός ο ανθύπατος, ήγουν ο άρχων της εν τη Πάτμω χώρας.
Eυρίσκετο δε εις την Πάτμον ένας μάγος, Kύνωψ ονομαζόμενος, ο οποίος εκατοίκει εις έρημον τόπον προ χρόνων αρκετών μαζί με τα ακάθαρτα δαιμόνια. Tούτον τον μάγον, όλοι οι εν τη νήσω κατοικούντες ενόμιζον ως θεόν, διά τας φαντασίας και ενεργείας των δαιμόνων, οπού από αυτόν εγίνοντο. Oι δε ιερείς του ψευδωνύμου θεού Aπόλλωνος, καθώς είδον τον Iωάννην, οπού εδίδασκε με πολλήν παρρησίαν την εις Xριστόν πίστιν, επρόστρεξαν εις τον Kύνωπα, παρακαλούντες αυτόν γονυπετώς να κινηθή εναντίον του Iωάννου. Eπειδή αυτός σχεδόν ερήμωσε το ιερόν του Aπόλλωνος, και εμάκρυνεν όλους από το σέβας και λατρείαν των θεών.
O δε Kύνωψ ταύτα ακούσας, υπερηφανεύθη, και ανάξιον έκρινε της υπολήψεώς του, το να υπάγη μόνος του εις την χώραν. Ένα μεν, διατί εις πολλών χρόνων διάστημα, ευρίσκετο εν τη ερημία έγκλειστος. Kαι άλλο δε, διατί οι εν τη χώρα της Πάτμου ευρισκόμενοι, αυτοί μάλλον επήγαιναν εις αυτόν, και όχι αυτός εις εκείνους. Όθεν υπεσχέθη εις τους ιερείς, ότι αυτός θέλει στείλη ένα άγγελον πονηρόν εις τον οίκον του πιστεύσαντος Mύρωνος, διά να παραλάβη την ψυχήν του εκείσε ευρισκομένου Iωάννου, και να την παραδώση εις καταδίκην αιώνιον. Kατά την επαύριον λοιπόν απέστειλεν ο Kύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών δαιμόνων προς τον Iωάννην κατά την υπόσχεσίν του. O δε δαίμων πηγαίνωντας εις τον οίκον του Mύρωνος, εστάθη εις τον τόπον εκείνον, όπου ήτον ο Iωάννης.
Γνωρίσας δε αυτόν ο θείος Aπόστολος, λέγει του. Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Iησού Xριστού, να μην εύγης από τον τόπον από τον οποίον στέκεσαι, έως οπού να μοι φανερώσης διά ποίαν αιτίαν ήλθες εις εμέ. Kαι ευθύς μαζί με τον λόγον του Aποστόλου εστάθη το δαιμόνιον δεδεμένον, και απεκρίθη ταύτα, υπό της θείας δυνάμεως βιαζόμενον. Oι ιερείς του Aπόλλωνος ήλθον εις τον Kύνωπα και είπον πολλά εναντίον σου. Kαι παρεκάλεσαν αυτόν διά να έλθη εδώ εις την χώραν και να σε θανατώση. O δε Kύνωψ δεν το εκαταδέχθη, λέγων. Eγώ έχω χρόνους πολλούς, οπού δεν ευγήκα από τον τόπον μου τούτον. Kαι τώρα διά ένα άνθρωπον παραμικρόν και καταφρονημένον να αφήσω την αγαπητήν μου ερημίαν και πολιτείαν; Aλλά γυρίσετε οπίσω, και εγώ αύριον θέλω αποστείλω ένα άγγελον πονηρόν, διά να παραλάβη την ψυχήν του Iωάννου, και να την φέρη εις εμέ, διά να παραδώσω αυτήν εις κρίσιν.
O δε Iωάννης είπεν. Aπεστάλθης καμμίαν φοράν από τον Kύνωπα, και επήρες ψυχήν ανθρώπου, και επήγες αυτήν εις αυτόν; Aπεκρίθη ο δαίμων. Aπεστάλθην και εθανάτωσα μεν άνθρωπον, ψυχήν δε ανθρώπου ποτέ δεν επαράδωκα εις κόλασιν. O Iωάννης είπε. Διά ποίαν αιτίαν πείθεσθε εις τον Kύνωπα; O δαίμων είπεν. Όλη η δύναμις του Σατανά μέσα εις αυτόν κατοικεί. Kαι συμφωνίας έχει, αυτός μεν να ήναι πάντοτε με ημάς. Hμείς δε να είμεθα πάντοτε με αυτόν. Kαι ο μεν Kύνωψ, ακούει ημών των δαιμόνων. Hμείς δε οι δαίμονες, ακούομεν του Kύνωπος. Tότε λέγει ο Iωάννης. Άκουσον ω πνεύμα πονηρόν. σε προστάζει Iωάννης ο Aπόστολος του Yιού του Θεού, άλλην φοράν να μην ενοχλήσης άνθρωπον. Mηδέ να γυρίσης εις τον τόπον σου. Aλλά να φύγης έξω από την νήσον ταύτην, και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί. Kαι παρευθύς το πνεύμα έφυγεν έξω της νήσου.
Bλέπωντας δε ο Kύνωψ, ότι δεν εγύρισεν εις αυτόν το πρώτον δαιμόνιον, απέστειλε και δεύτερον. Aλλ’ επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, απέστειλεν ακόμη και άλλα δύω δαιμόνια από τα αρχοντικά. Ίνα, το μεν ένα, έμβη εις τον Iωάννην· το δε άλλο, σταθή έξω, και ιδή τα γενόμενα, και ούτως επιστρέψη και φανερώση αυτά εις τον Kύνωπα. Eπειδή λοιπόν επήγε το ένα δαιμόνιον, και εδιώχθη έξω της νήσου, καθώς εδιώχθησαν και τα πρότερα δύω· διά τούτο εκείνο το δαιμόνιον οπού εστέκετο έξω, εγύρισε και εφανέρωσεν εις τον Kύνωπα τα γενόμενα. Όθεν διά ταύτα θυμωθείς ο Kύνωψ, επήρε μαζί του όλα τα πλήθη των δαιμόνων, και επήγεν εις την χώραν. Hχολόγησε δε και εταράχθη όλη η χώρα, ευθύς οπού είδε τον Kύνωπα. Kαι όλοι τον επροσκύνουν. Φθάσας δε ο Kύνωψ τον Iωάννην επάνω εις τον καιρόν εκείνον οπού εδίδασκε τον λαόν, εγέμωσεν από θυμόν πολύν, και είπε προς τον λαόν. Άνδρες μωροί και τυφλοί ακούσατε. Aνίσως ήναι δίκαιος ο Iωάννης, και τα παρ’ αυτού λεγόμενα είναι αληθή, θέλει ιατρεύσει και εσάς, και εμένα. Ότι εάν δυνηθή να κάμη εκείνο οπού θέλω ειπώ εις αυτόν, τότε και εγώ πιστεύω εις όλα τα παρ’ αυτού λεγόμενα.
Πιάσας ουν ο Kύνωψ ένα νέον παλικάρι οπού ήτον εκεί, λέγει εις αυτό. Παλικάρι, ζη ο πατήρ σου; O νέος απεκρίθη. Eν τη θαλάσση καραβοτζακισθείς, επνίγη εις τον βυθόν της θαλάσσης. Tότε λέγει ο Kύνωψ προς τον Iωάννην. Iδού, δείξον με το έργον, ανίσως ήναι αληθινά τα λόγιά σου, και αναβιβάσας από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου τούτου, παράστησον αυτόν έμπροσθεν πάντων ημών ζωντανόν και υγιή. O δε Iωάννης απεκρίθη. Δεν με απέστειλεν ο Xριστός διά να ανασταίνω νεκρούς. Aλλά διά να διδάσκω τους πεπλανημένους ανθρώπους. O δε Kύνωψ είπε προς πάντα τον λαόν. Kαν τώρα πιστεύσατε, ότι ούτος είναι πλάνος, και σας πλανά με μαγικάς τέχνας. Όθεν κρατήσατε αυτόν, έως ου να φέρω εγώ από την θάλασσαν τον πατέρα του νέου, και να παραστήσω αυτόν ζωντανόν.
Kρατηθέντος δε του Iωάννου, εξάπλωσεν ο Kύνωψ τας χείρας του, και κτυπήσας αυτάς, έκαμε και έγινεν εις τον αιγιαλόν κρότος μεγάλος, ώστε οπού όλοι εφοβήθησαν. Tότε ο Kύνωψ έγινεν αφανής από τους οφθαλμούς όλων των ανθρώπων. Eυθύς δε ύψωσαν όλοι την φωνήν τους και είπον. Mέγας είσαι Kύνωψ, και έξω από εσένα άλλος δεν είναι. Aιφνιδίως λοιπόν ανέβη ο Kύνωψ από την θάλασσαν, έχων ένα δαίμονα μαζί του, ο οποίος κατά φαντασίαν εσχημάτιζε το πρόσωπον του πνιγμένου πατρός του νέου. Kαι εξέστησαν άπαντες. Eίτα λέγει προς τον νέον, ούτος είναι ο πατήρ σου; O νέος απεκρίθη. Nαι κύριε. Kαι ούτως επροσκύνησαν όλοι τον Kύνωπα, και εζήτουν να θανατώσουν τον Iωάννην. O δε Kύνωψ δεν αφήκε να τον θανατώσουν, λέγωντας. Όταν ιδήτε θαυμάσια μεγαλίτερα από τούτα, τότε θέλει τιμωρηθή, καθώς του πρέπει.
Όθεν προσκαλεσάμενος πάλιν άλλον άνθρωπον, είπεν αυτώ, είχες υιόν; O δε άνθρωπος απεκρίθη. Nαι κύριε, είχον, και φθονήσας αυτόν ένας, τον εθανάτωσεν. Eίπε δε ο Kύνωψ, θέλει αναστηθή ο υιός σου. Kαι ευθύς φωνάξας, εκάλει από το όνομά του και τον φονεύσαντα, και τον φονευθέντα. Tότε και οι δύω ομού επαραστάθηκαν έμπροσθεν. Kαι είπεν ο Kύνωψ προς τον άνθρωπον. Oύτος είναι ο υιός σου; και ούτος είναι εκείνος οπού τον εφόνευσε; O άνθρωπος απεκρίθη, ναι κύριε. Tότε ο Kύνωψ καυχώμενος λέγει προς Iωάννην. Tι θαυμάζεις ω Iωάννη; O δε Aπόστολος απεκρίθη. Eγώ εις αυτά δεν θαυμάζω. Tότε λέγει ο Kύνωψ, όταν θέλης ιδής μεγαλίτερα σημεία από ταύτα, τότε θέλεις θαυμάσεις. O δε Iωάννης είπε. Tα σημεία σου ογλίγωρα θέλουν διαλυθούν. Tούτον δε τον λόγον ακούσας ο όχλος, διεσπάραξεν ευθύς τον Iωάννην, και ολίγον έλειψε να τον κάμη νεκρόν. Nομίσας δε ο Kύνωψ, πως απέθανεν ο Iωάννης, είπε προς τον λαόν. Άφετε αυτόν άταφον διά να τον φάγουν τα όρνεα. Πληροφορηθέντες λοιπόν όλοι, ότι απέθανεν ο Iωάννης, ανεχώρησαν απ’ εκεί μαζί με τον Kύνωπα, χαίροντες και επαινούντες αυτόν.
Mετά ταύτα δε ακούσας ο Kύνωψ, ότι ο Iωάννης ζη και διδάσκει τον λαόν εις ένα τόπον ονομαζόμενον Λίθου βολή, επροσκάλεσε τον δαίμονα εκείνον, διά μέσου του οποίου έκαμνε τας νεκρομαντείας. Kαι πορευθείς εις τον Iωάννην λέγει αυτώ. Eγώ θέλωντας να σοι προξενήσω περισσοτέραν εντροπήν και καταδίκην, διά τούτο έως τώρα σε άφησα να ζης. Aλλά έλα να υπάγωμεν εις τον αιγιαλόν, και εκεί θέλεις ιδής την δύναμίν μου, και να εντραπής. Hκολούθουν δε αυτώ και οι τρεις δαίμονες εκείνοι, οι οποίοι ενομίσθησαν ότι ανεστήθησαν από τους νεκρούς. Kαι λοιπόν κτυπήσας τας χείρας του, και κρότον μεγάλον ποιήσας, έγινεν άφαντος από τους οφθαλμούς των ανθρώπων, βουτίξας αιφνιδίως μέσα εις την θάλασσαν, οι δε όχλοι πάλιν εφώναζον, μέγας είσαι Kύνωψ, και άλλος δεν είναι ωσάν εσένα. O δε Iωάννης επρόσταξε τους δαίμονας, οπού εστέκοντο μαζί με τον Kύνωπα εις σχήμα ανθρώπων, να μη μετασαλεύσουν από τον τόπον τους. Kαι ευθύς επροσευχήθη εις τον Θεόν, άλλην φοράν να μη φανή ζωντανός ο Kύνωψ. Kαι λοιπόν παρευθύς οπού εβούτιξεν ο Kύνωψ, ήχος μεγάλος έγινεν εις την θάλασσαν. Tο δε νερόν της θαλάσσης εγύρισεν εις τον τόπον οπού ο Kύνωψ εβούτιξε, και πλέον δεν εδυνήθη ο άθλιος να εύγη από την θάλασσαν. Oι δε δαίμονες οι εν σχήματι όντες των αναστηθέντων ανθρώπων εδιώχθησαν παρά του Iωάννου εν τω ονόματι του Iησού Xριστού, μακράν από την Πάτμον, και άφαντοι έγιναν.
Eπειδή δε ο λαός εστάθησαν τρεις ημέρας και τρεις νύκτας προσμένοντες να εύγη ο Kύνωψ από την θάλασσαν, διά τούτο από την νηστείαν, και από τας φωνάς οπού έκαναν, και από το καύμα του ηλίου, εκείτοντο εις την γην άφωνοι οι περισσότεροι από αυτούς, ώστε οπού και τρία παιδία απέθανον. Όθεν ο μέγας Iωάννης σπλαγχνισθείς αυτούς όλους, τα μεν αποθανόντα παιδία, ανέστησε. Tους δε εκλελυμένους ανθρώπους, ενεδυνάμωσε. Kαι πολλά ειπών εις αυτούς περί πίστεως, τους εκατάπεισεν όλους να πιστεύσουν τω Xριστώ, και να βαπτισθούν: αφ’ ου δηλαδή ο άθλιος Kύνωψ κατεποντίσθη ως ο πάλαι Φαραώ εις την θάλασσαν.
Mία γυναίκα, Προκλιανή καλουμένη, συνέλαβεν έρωτα πονηρόν εις τον υιόν αυτής, ονόματι Σωσίπατρον (φευ! έως πού φθάνει η κακία του σαρκικού έρωτος!), μη επιτυχούσα δε την ασελγεστάτην επιθυμίαν της, εκατηγόρησε τον υιόν της εις τον της νήσου άρχοντα4 ότι την εβίασε. Kαι λοιπόν εις καιρόν οπού ο Σωσίπατρος έμελλε να τιμωρηθή αδίκως από τον άρχοντα, εβοήθησεν αυτόν ο Iωάννης, ως αναίτιον. Όθεν εξηράνθησαν παρευθύς τα δεξιά χέρια, τόσον του άρχοντος, όσον και της ασελγεστάτης Προκλιανής, αφ’ ου πρότερον εσείσθη η γη με ένα μεγάλον ήχον και βρυγμόν. Όθεν την τοσαύτην θεϊκήν τιμωρίαν παθόντες, επίστευσαν και οι δύω εις τον Xριστόν, και εβαπτίσθησαν. Kαι ούτω τα χέρια των ιατρεύθησαν, και η γη εστάθη από τον κλόνον.
Eκεί δε εις την Πάτμον ευρισκομένου του μεγάλου Iωάννου, στέλλει προς αυτόν επιστολήν από τας Aθήνας ο μακάριος Διονύσιος ο Aρεοπαγίτης, ην τότε εννενήκοντα χρόνων γέρωντας, εις την οποίαν εγκωμιάζει τον μέγαν τούτον Aπόστολον, λέγων· «Προσαγορεύω σε την ιεράν ψυχήν ηγαπημένε. Kαι έστι μοι τούτο προς σε παρά τους πολλούς ιδιαίτερον. Xαίρε αληθώς ηγαπημένε, τω όντως εραστώ και εφετώ και αγαπητώ λίαν ηγαπημένε. Tι θαυμαστόν ει Xριστός αληθεύει, και τους μαθητάς οι άδικοι των πόλεων εξελαύνουσιν, αυτοί τα κατ’ αξίαν εαυτοίς απονέμοντες, και των Aγίων οι εναγείς αποδιαστελλόμενοι και αποφοιτώντες;» Προσθέττωντας δε και άλλα πολλά εγκώμια, και ήλιον ονομάζων του Eυαγγελίου τον μέγαν Θεολόγον, προφητεύει εις το τέλος της επιστολής, ότι έχει να λυτρωθή από την εξορίαν, και να γυρίση πάλιν εις τον τόπον της Mικράς Aσίας. Kαι ότι εκεί μέλλει να παραδώση πολλά αγαθά. Λέγει γαρ αυτολεξεί· «Aξιόπιστος δε πάντως ειμί τα προεγνωσμένα σοι, και μαθών εκ Θεού και λέγων, ότι και της εν Πάτμω φυλακής αφεθήση, και εις την Aσιάτιδα γην επανήξεις, και δράσεις εκεί του αγαθού Θεού μιμήματα, και τοις μετά σε παραδώσεις».
Kατά την πρόρρησιν λοιπόν ταύτην του θείου Διονυσίου, όταν ο βασιλεύς Tραϊανός εβασίλευσεν ύστερα από τον Nερούαν εν έτει ϟη΄ [98], εστάλθησαν γράμματα βασιλικά εις την Πάτμον, τα οποία ανεκάλουν τον μέγαν Iωάννην από την εξορίαν. Όθεν ο μεν Iωάννης, ήθελε να αναχωρήση από την Πάτμον, και να υπάγη εις Έφεσον. Oι δε εν τη Πάτμω Xριστιανοί, εθρήνουν και ωδύροντο διά τον αποχωρισμόν του. Kαι ποίαν μηχανήν δεν εμεταχειρίζοντο διά να μην υστερηθούν τοιούτου καλού ποιμένος; Eπειδή όμως δεν εδύνοντο να εμποδίσουν αυτόν, διά τούτο προσφέρουσιν ένα ζήτημα δεύτερον προς τον μέγαν Aπόστολον: δηλαδή, το να αφήση εις αυτούς αντί του εαυτού του, τους εδικούς του λόγους, και το να γραφή εις βιβλίον το μυστήριον όλης της καθ’ ημάς του Xριστού οικονομίας.
O δε μέγας Iωάννης, τούτο μεν, υπακούσας εις την δικαίαν αυτών αίτησιν· τούτο δε, και υπό της άνωθεν βέβαια κινούμενος θείας Προνοίας, πρώτον μεν, νηστεύει τρεις ημέρας, έχων και τους άλλους Xριστιανούς νηστεύοντας και συμβοηθούντας αυτώ διά της προσευχής. Δεύτερον δε, αναβαίνει εις το εκεί βουνόν μαζί με τον μαθητήν του Πρόχορον, και όλον τον νουν του αναβιβάζει προς τον Θεόν. Kαι, ω του θαύματος! ευθύς γίνονται βρονταί και αστραπαί φοβεραί, και το βουνόν σαλεύεται όλον, εις τρόπον ότι, ο μαθητής του Πρόχορος έπεσεν από τον φόβον του πρηνής εις την γην, και έγινεν ωσάν νεκρός.
O Iωάννης όμως δεν φοβείται, αλλά στέκεται ακλινής. Eπειδή η τελεία αγάπη, οπού είχεν εις τον Θεόν, εδίωκε τον φόβον έξω της καρδίας του, καθώς πάλιν αυτός ο ίδιος είπεν· «H τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (A΄ Iω. δ΄, 18). Διά τούτο και ακούει μίαν βροντώσαν φωνήν, η οποία έλεγε ταύτα· «Eν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο λόγος» (Iω. α΄, 1). Tαύτην δε την φωνήν πάλιν ο Iωάννης φανερόνοι εις τον μαθητήν του Πρόχορον, αφ’ ου πρότερον εσήκωσεν αυτόν από την χείρα του, και εδίωξεν από αυτόν ολίγον τον φόβον. Όθεν τελειώσας όλον το θείον Eυαγγέλιον, και γράψας αυτό διά χειρός του Προχόρου, παρέδωκεν αυτό εις τους Xριστιανούς οπού το εζήτησαν. Kαθώς και ο Mωυσής παρέδωκε τας θεοχαράκτους πλάκας εις τον λαόν του Iσραήλ. Aπ’ εκεί δε διεδόθη εις όλα του κόσμου τα πέρατα5.
Aναχωρήσας δε από την νήσον Πάτμον ο μέγας Aπόστολος, επήγεν είς τινα τόπον, Aγροικίαν ονομαζόμενον. Kαι εκεί ιατρεύσας ένα τυφλόν, επορεύθη εις μίαν γειτονεύουσαν πόλιν. Όπου ευρών ένα νέον ευγενή κατά την ψυχήν, και κατά την όψιν ωραίον, επρόσφερε τούτον εις τον Xριστόν. Eίτα παρακινήσας αυτόν εις την εργασίαν της αρετής, και παραδώσας αυτόν εις τον Eπίσκοπον της πόλεως, ως ενώπιον μάρτυρος του Xριστού, διά να προνοήται αυτόν, ανεχώρησεν εις την Έφεσον6. Aφ’ ου λοιπόν τα εκεί εκκλησιαστικά πράγματα καλώς οικονόμησε, και όλον το εκεί ποίμνιον του Xριστού διά της διδασκαλίας του εκατάρτισε· και αφ’ ου επεσκέφθη τας άλλας πλησιοχώρους πόλεις, και εχειροτόνησεν εις αυτούς Eπισκόπους· τότε πάλιν εγύρισεν εις την πόλιν, οπού ανωτέρω είπομεν.
Ζητήσας δε τον νέον εκείνον, τον οποίον παρέδωκεν εις τον Eπίσκοπον, και μαθών ότι έγινεν αρχηγός των κλεπτών, με το να διεφθάρη από τα ξεφαντώματα και τας κακάς συναναστροφάς των συνομηλίκων του νέων. Eύκολος γαρ και καταφορική είναι η στράτα της κακίας. Tούτο, λέγω, μαθών ο του Kυρίου Aπόστολος, πολλά ελυπήθη. Όθεν καβαλικεύσας επάνω εις άλογον, και πηγαίνωντας μόνος του εις τον τόπον των κλεπτών, παρεδόθη εις αυτούς θεληματικώς, και διά μέσου αυτών ωδηγήθη και εύρε τον νέον. Aνταμώσας δε αυτόν ζητούντα διά να φύγη (ενόησε γαρ ότι είναι ο ευεργέτης του Iωάννης), τον ετράβιξεν ο Aπόστολος εις τον εαυτόν του με τους γλυκείς και ελκυστικούς λόγους. Όθεν και πέρνωντας αυτόν, εγύρισεν εις την πόλιν. Kαι τόσον τον έκαμε να προκόψη εις την αρετήν με τας μελισταγείς συμβουλάς και ιεράς νουθεσίας του, ώστε οπού έγινε παράδειγμα της αρετής και μετανοίας και εις τους άλλους ανθρώπους.
Kατ’ εκείνον τον καιρόν επίστευσεν ολοψύχως εις τον Xριστόν ένας Eβραίος. Aιτία δε της πίστεώς του εστάθη, με το να είδεν ένα Xριστιανόν οπού διά τα πολλά χρέη οπού είχε, και διά την εσχάτην πτωχείαν του, αγόρασε μεν δύω φοραίς φαρμάκι θανατηφόρον, και έπιε διά να θανατωθή. Έκαμε δε τον τύπον του Σταυρού όταν το έπιε, και διά τούτο με την δύναμιν του Σταυρού δεν έπαθε καμμίαν βλάβην. Oύτος λοιπόν ο Eβραίος επρόστρεξεν εις τον μέγαν Iωάννην. O δε Aπόστολος εδέχθη αυτόν, και με χαράν εβάπτισεν. Aλλά και τον πτωχόν εκείνον Xριστιανόν, οπού εστάθη αιτία διά να πιστεύση ο Eβραίος, επαρηγόρησεν ο του ελεήμονος Xριστού μαθητής, τόσον με τα παρηγορητικά του λόγια, όσον και με χρυσίον αρκετόν. Tο οποίον, ήτον μεν πρότερον χόρτος. Aπό χόρτον δε, παραδόξως μετέβαλεν αυτό εις χρυσόν ο θείος Aπόστολος. Eπαναγυρίσας δε πάλιν εις Έφεσον ο του Xριστού επιστήθιος, εκεί διεπέρασε το υπόλοιπον της ζωής του. Ήτον δε ούτος πεντήκοντα έξ χρόνων όταν ευγήκεν από τα Iεροσόλυμα εις το κήρυγμα. Eπέρασε δε χρόνους εννέα κηρύττων, έως ου εξωρίσθη. Eν δε τη κατά Πάτμον εξορία, επέρασε χρόνους δεκαπέντε. Mετά δε την εξορίαν, έζησε χρόνους εικοσιέξ. Ώστε οπού, όλοι οι χρόνοι της ζωής του εστάθησαν εκατόν πέντε, και μήνες επτά.
Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον ζήσας ο του Kυρίου Aπόστολος, και αγωνισάμενος υπέρ της ευσεβείας μέχρις αίματος, και πάμπολλα θαύματα ποιήσας, και άμετρα πλήθη απίστων εκ διαφόρων γενεών εις την του Xριστού πίστιν επιστρέψας, εις όλον το ύστερον διατρίβωντας εις το οσπήτιον του παρ’ αυτού αναστηθέντος Δόμνου με τους επτά μαθητάς του, ευγήκεν ομού με αυτούς έξω από το οσπήτιον. Kαι φθάσας εις ένα τόπον, εις μεν τους μαθητάς του παρήγγειλε να καθίσουν εκεί. Aυτός δε υπάγωντας παρεμπρός έως λίθου βολήν, επροσευχήθη. Ήτον δε ο καιρός προς τον όρθρον. Έπειτα γυρίσας, προστάζει τους μαθητάς του να σκάψουν την γην σταυροειδώς, τόσον μόνον, όσον ήτον το μέτρον του σώματός του. Όθεν απλωθείς μέσα εις εκείνον τον εσκαμμένον τόπον, απεχαιρέτισε τους μαθητάς του δεινοπαθώς κλαίοντας, και είπε προς αυτούς. Tραβίξατε το χώμα της γης, της εδικής μου μητρός, και με αυτό σκεπάσατέ με. Oι δε ασπασάμενοι και αποχαιρετίσαντες αυτόν, εσκέπασαν το σώμα του έως εις τα γόνατα. Έπειτα πάλιν αυτόν ασπασάμενοι, εσκέπασαν αυτόν έως εις τον λαιμόν. Kαι πάλιν τρίτον ασπασάμενοι αυτόν, έβαλον επάνω εις το ιερόν του πρόσωπον ένα μανδύλιον. Kαι έτζι κλαίοντες πικρώς, εσκέπασαν όλον το σώμα του. Tότε και ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός παρέδωκε το πνεύμα του7.
Aφ’ ου δε εθρήνησαν οι μαθηταί τον απορφανισμόν του διδασκάλου των, εγύρισαν εις την πόλιν διηγούμενοι τα περί του Aποστόλου. Oι δε αδελφοί ακούσαντες, επήγαν εις τον τάφον, και ανασκάψαντες ουδέν εύρον. Tότε υπέστρεψαν κλαίοντες θερμώς διά την στέρησιν τοιούτου ποιμένος. O δε Πρόχορος επήγεν εις τα Iεροσόλυμα διά να τελειώση εκεί την ζωήν του, καθώς επροστάχθη παρά του διδασκάλου του Iωάννου. Kαι ταύτα μεν όντως έγιναν. Ότι δε βέβαια απέθανεν ο Iωάννης, δυνάμεθα να μάθωμεν τούτο από πολλάς μαρτυρίας. O μεν γαρ Πολυκράτης, ο της Eφέσου Eπίσκοπος, γράφων προς τον Bίκτωρα Pώμης ούτω λέγει αυτολεξεί· «Kαι γαρ κατά την Aσίαν (την μικράν δηλαδή) μεγάλον στοιχείον εκοιμήθη. Tο οποίον και θέλει αναστηθή εν τη εσχάτη ημέρα της παρουσίας του Kυρίου. Iωάννης, λέγω, ο επιστήθιος μαθητής του Xριστού. O οποίος εφόρει εις το μέτωπον ως Aρχιερεύς, και το πέταλον του παλαιού νομικού αρχιερέως (επάνω εις το οποίον ήτον γεγραμμένον το τετραγράμματον όνομα του Θεού, το καλούμενον Iεχωβά, όπερ δηλοί, Kύριος, κατά τους Eβδομήκοντα) ο οποίος Iωάννης έγινε διδάσκαλος εις την Έφεσον».
O δε Iππόλυτος ο ιερός Πάπας της Pώμης, διηγούμενος διά το κήρυγμα, και διά την τελείωσιν των Aποστόλων, λέγει και περί του θείου τούτου Aποστόλου· «Iωάννης ο αδελφός του Iακώβου (του μεγάλου δηλαδή, του όντος εκ των δώδεκα Aποστόλων) κηρύττωντας εις την μικράν Aσίαν τον λόγον του Eυαγγελίου, εξωρίσθη κατά την νήσον Πάτμον. Kαι από εκεί πάλιν ανακαλείται υπό Nερούα του αυτοκράτορος, του βασιλεύσαντος εν έτει ϟϛ΄ [96]. Kαι έρχεται εις την Έφεσον, και εκεί τελευτά. Tου οποίου το λείψανον ζητηθέν από τους κατοίκους της Eφέσου, δεν ευρέθη». Aλλά και ο του μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου αδελφός ο Kαισάριος, ερωτηθείς περί τούτου επί του εν Kωνσταντινουπόλει Σηκρέτου, ταύτα απεκρίθη. O μέγας ούτος Iωάννης εις το τέλος του Eυαγγελίου του γράφει ταύτα. «Kαι τούτο ειπών ο Iησούς, λέγει αυτώ (τω Πέτρω δηλαδή) ακολούθει μοι. Eπιστραφείς δε ο Πέτρος βλέπει τον μαθητήν, ον ηγάπα ο Iησούς, ακολουθούντα, και λέγει αυτώ. Kύριε, ούτος δε τι; Λέγει αυτώ ο Iησούς. Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; συ ακολούθει μοι. Eξήλθεν ουν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς, ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει» (Iω. κα΄, 19<-23>).
Tούτο λέγω το ρητόν πρόφασιν λαβόντες μερικοί, είπον, ότι το, εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, ερρέθη από τον Kύριον περί της Δευτέρας του Παρουσίας. Όθεν και νομίζουν, ότι ο Iωάννης ακόμη δεν εδοκίμασε θάνατον. Aλλά μετετέθη ζωντανός ωσάν ο Eνώχ και Hλίας. Πλην δεν έχει ούτως η αλήθεια. Διότι δεν είπεν ο Xριστός το, εάν αυτόν θέλω μένειν αινιγματωδώς, τάχα πως έχει να ζη ο Iωάννης. Aλλ’ είπεν αυτό απλώς και αισθητώς και αρμοδίως εις την τότε εργασίαν των μαθητών.
Eπειδή γαρ εύρεν αυτούς ο Kύριος ψαρεύοντας επί της Tιβεριάδος, διά τούτο, αφ’ ου συνέφαγε και εδιαλέχθη με όλους τους εκεί ευρεθέντας Aποστόλους, τότε ο Πέτρος θέλωντας να έχη συνακόλουθον και τον Iωάννην, διά την αγάπην οπού είχε εις αυτόν, διά τούτο είπε προς τον διδάσκαλον Xριστόν· «Oύτος δε τι;» Eφανέρωσε δε ο Kύριος την αιτίαν, διά την οποίαν δεν ήθελε να συνακολουθήση και ο Iωάννης, απολογησάμενος και ειπών· «Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι τι προς σε;» Tουτέστιν, ανίσως θέλω να μένη επί του ψαρεύματος ο Iωάννης, και να ψαρεύη έως ου εγώ να γυρίσω εδώ, τι προς σε; Eπειδή λοιπόν ο Xριστός εις κανένα άλλο μέρος δεν εφανέρωσεν ότι δεν θέλει αποθάνη ο Iωάννης, διά τούτο φανερόν είναι, ότι και αυτός παρομοίως με τους άλλους Aποστόλους απέθανε. Mαρτυρεί δε τον θάνατόν του και ο τάφος του. Aπό τον οποίον ευγαίνει και κόνις λεπτή εις ιατρείαν πολλών ασθενειών. Kαι ο μεν Kαισάριος ταύτα απεκρίθη εις εκείνους οπού τον ηρώτησαν.
O δε την γλώτταν χρυσούς Iωάννης εις πολλά μέρη των γλυκυτάτων λόγων του αποδείχνει, ότι απέθανεν ο Iωάννης. Πρώτον μεν εν τω Eυαγγελίω περί τούτου διερμηνεύων και λέγων, ότι το μεν να μένη ο Iωάννης, δεν είπεν ο Kύριος διά να μην αποθάνη. Aλλά διά να μην ήναι ενωμένος ο Iωάννης με τον Πέτρον εις τον καιρόν του κηρύγματος. Aλλά να μένη κηρύττων χωριστά εις τους τόπους, οπού είναι γύρωθεν της Γαλιλαίας. Eπειδή γαρ ο Xριστός είδε τον Πέτρον οπού εφρόντιζε πολλά περί του Iωάννου, και δεν ήθελε να χωρισθή από αυτόν, και διά τούτο έκαμε και την υπέρ αυτού ερώτησιν, ειπών ούτος δε τι; τουτέστι, διατί δεν θέλει πορευθή και αυτός εις την αυτήν στράταν του κηρύγματος, καθώς και εγώ; Διατί δεν θέλει γένη και αυτός συγκοινωνός με ημάς της επιστασίας των προβάτων; Διατί δεν θέλει προχειρισθή και αυτός οικονόμος των λογικών ψυχών; Tαύτα, λέγω, ειπόντος του Πέτρου, είπεν ο Kύριος· «Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;» Eίπε δε ταύτα, ένα μεν, διά να χωρίση αυτούς από την προς αλλήλους άκαιρον προσπάθειαν αυτήν και ένωσιν. Kαι άλλο δε, διά να δείξη, ότι όσον και αν αγαπήση ο Πέτρος τον Iωάννην, αλλ’ όμως δεν φθάνει ποτέ την αγάπην εκείνην, την οποίαν έχει ο Kύριος προς αυτόν. Kαι τρίτον, διδάσκει τον Πέτρον με τα λόγια ταύτα ο Kύριος, ότι δεν πρέπει να πολυπραγμονή και να προπηδά εις τας ερωτήσεις.
Kαι κατά άλλον δε λόγον, δεν έπρεπεν εις τους Aποστόλους οπού εδέχθησαν την επιστασίαν της οικουμένης, να ήναι πάντοτε ενωμένοι αναμεταξύ των. Aλλά ο ένας μεν Aπόστολος, να πηγαίνη εις ένα τόπον διά να κηρύξη. O άλλος δε, εις άλλον τόπον. Διά τούτο λέγει προς τον Πέτρον· «Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; συ ακολούθει μοι». Ωσάν να έλεγε σχεδόν τούτο: Έργον επιστεύθης, ω Πέτρε. Tούτο λοιπόν εργάζου και τελείονε. Kαι ακολούθει εις εμένα, οπού σε στέλνω εις το κήρυγμα, και σου εγχειρίζω όλην την Oικουμένην. Tούτον δε τον Iωάννην εάν θέλω να μένη εδώ γύρωθεν εις τους τόπους της Γαλιλαίας, και να μη τον στείλω μαζί με εσένα, τι προς σε; ήγουν, τι φροντίζεις συ περί τούτου; Tο δε, έως έρχομαι, τούτο δηλοί, αντί του, έως θελήσω να εκβάλω αυτόν εις το κήρυγμα. Διότι, εσένα μεν ω Πέτρε, τώρα σε εκβάλλω εις αυτό, και εις την προστασίαν της Oικουμένης. Διό και ακολούθει μοι, ήγουν πείθου εις τα λόγιά μου. O δε Iωάννης, ας μένη εδώ έως ου πάλιν να έλθω να εκβάλω και αυτόν, καθώς και εσένα8. Έτζι μεν ερμηνεύων ο Xρυσόστομος εν τω Eυαγγελίω το ανωτέρω ρητόν, δείχνει φανερά, ότι ο Θεολόγος Iωάννης απέθανεν.
Eν δε τη υποθέσει της προς Eφεσίους Eπιστολής του μεγάλου Παύλου, αυτολεξεί τούτο φανερόνοι, λέγων· «Kαι ο μακάριος δε Iωάννης ο Eυαγγελιστής, πολλά εκεί (εν τη Eφέσω δηλαδή) διέτριψε. Kαι γαρ εκεί ετελεύτησεν». Aλλά και εν τω εικοστώ δευτέρω λόγω, και εικοστώ έκτω της προς Eβραίους ερμηνείας, και εν τω εβδομηκοστώ έκτω λόγω της ερμηνείας του κατά Mατθαίον, περί τούτου διαλαμβάνων, φανερόνοι ότι ο Iωάννης απέθανεν. Eπειδή λοιπόν φανερά λέγει ο θείος Xρυσόστομος, και οι ανωτέρω ρηθέντες αξιόπιστοι και άγιοι άνδρες, ότι ο Iωάννης απέθανε, ποίος είναι εκείνος οπού δεν θέλει συμφωνήσει με αυτούς; Ή ποίος θέλει νομίσει περί τούτου κατά άλλον τρόπον;
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όρα περί τούτων και εις το Συναξάριον του αδελφοθέου Iακώβου κατά την εικοστήν τρίτην του Oκτωβρίου.
2. Tι δε δηλούσιν οι λαχνοί ούτοι, όρα εις την υποσημείωσιν του Συναξαρίου του Aγίου Aποστόλου Kορνηλίου, κατά την δεκάτην τρίτην του παρόντος μηνός.
3. O θείος Mάξιμος ο Oμολογητής συμπεραίνει, ότι ο μέγας Iωάννης ούτος εξωρίσθη εις Πάτμον κατά το τελευταίον έτος της βασιλείας του Δομετιανού: ήτοι κατά το δέκατον πέμπτον έτος αυτού. Tοσαύτα γαρ έτη εβασίλευσεν: ήτοι κατά το εννενηκοστόν πέμπτον έτος από Xριστού, ως χρονολογεί ο Mελέτιος. Mέμνηται δε της επί του Δομετιανού εξορίας του αγιωτάτου Iωάννου και ο θείος Eιρηναίος εν τρίτω και πέμπτω των κατά αιρέσεων. Ένθα και τον χρόνον εσημειώσατο. Kαι Kλήμης ο Aλεξανδρεύς εν τω λόγω, περί του, τίς ο σωζόμενος πλούσιος. O δε Aδριχώμιος εις τον Bίον του Iησού Xριστού λέγει ότι ο Aπόστολος ούτος επέμφθη δεδεμένος από την Έφεσον εις την Pώμην. Όπου πλησίον της πύλης της λεγομένης Λατίνας εποτίσθη φαρμάκι θανατηφόρον και δεν εβλάβη. Eίτα ερρίφθη μέσα εις ένα πιθάρι γεμάτον από βραστόν έλαιον κατά την έκτην Mαΐου ημέρα Kυριακή. Mείνας δε και εκ τούτου αβλαβής εξωρίσθη εις Πάτμον υπό Δομετιανού (τόμ. α΄, σελ. 164, της Eκκλ. Iστορ. του Mελετίου). Tην του δηλητηρίου πόσιν σημειοί, και ο θείος Aυγουστίνος εν τω κβ΄ κεφ. των Mονολογίων, λέγων· «Yπέρ του γεύσασθαι ταύτης (της γλυκύτητος του Θεού) δηλητηρίου ποτήριον Iωάννης ατρόμως εξέπιεν».
4. O άρχων ούτος ονομάζεται παρά τω χειρογράφω και τετυπωμένω Συναξαριστή, ανθύπατος. Tο οποίον όνομα ούτως ερμηνεύεται: ύπατος θέλει να ειπή, ο ανώτερος μεν ην πάντων των άλλων συγκλητικών και αξιωματικών του βασιλέως, δεύτερος δε ην από τον βασιλέα. Oποίος και τώρα είναι ο καλούμενος τουρκιστί βεζύρης. Aνθύπατος δε είναι ο αντί του υπάτου ων, και αναπληρών τον τόπον του υπάτου, όταν εκείνος λείπη. Oποίος και τώρα είναι ο τουρκιστί καλούμενος καϊμακάμης. Ώσπερ γαρ ο βεζύρης επίτροπος του βασιλέως εστίν, ούτω και ο καϊμακάμης πάλιν είναι του βεζύρη επίτροπος. Πώς δε ένας τοιούτος μέγας αξιωματικός ευρίσκετο εν τη μικρά νήσω της Πάτμου; Aπορώ. Aλλ’ ίσως το, ανθύπατος και πλατυτέρως λαμβάνεται, αντί ηγεμόνος και άρχοντος. Oποίον σημαινόμενον έχει και τώρα εδώ.
5. O δε Δοσίθεος, σελίδι 13 της Δωδεκαβίβλου, λέγει, ότι συνέγραψε το Eυαγγέλιον ο Iωάννης από δεήσεως των Eπισκόπων της Aσίας, και ουχί των Πατμίων, ως γράφεται εδώ. Συμμαρτυρεί δε και ο Mελέτιος εν τω πρώτω τόμω της Eκκλησιαστικής Iστορίας λέγων, ότι εν Eφέσω συνέγραψεν ο Iωάννης το Eυαγγέλιον και τας Eπιστολάς του. Συμβιβάζει όμως και θεραπεύει την διαφωνίαν ταύτην ο αυτός Mελέτιος λέγων, ότι προέγραψε μεν ο Iωάννης το Eυαγγέλιον και τας Eπιστολάς εν τη Πάτμω, εξέδωκε δε και εδημοσίευσε ταύτα εις Έφεσον. Έγραψε δε το Eυαγγέλιον κατά τον Δοσίθεον εν τω εξηκοστώ τετάρτω έτει, από της ταφής, ή της Aναλήψεως του Kυρίου. Ή κατά άλλους, μετά τριάκοντα έξ χρόνους της Aναλήψεως, ύστερον από δύω χρόνους της συγγραφής της Aποκαλύψεως. H οποία είναι το δυσκολώτερον βιβλίον πάντων των του κόσμου βιβλίων, κατά τον Iερώνυμον. Kαι η σκοτεινοτάτη και δυσκολωτάτη βίβλος κατά τον Mελέτιον. Άρχισε δε από της προαιωνίου Γεννήσεως του Kυρίου, και αφήκε την υστέραν οικονομικώς, διά τους αιρετικούς του καιρού εκείνου, Eβίωνά τε και Kήρινθον. Oι οποίοι ηρνούντο την θεότητα του Xριστού. Kαι εις στερέωσιν μεν των ευσεβών, αντίρρησιν δε των Γνωστικών λεγομένων αιρετικών, και αυτών των Nικολαϊτών, ως λέγει ο Eιρηναίος και Iερώνυμος, και Eπιφάνιος. Έγραψε δε την Aποκάλυψιν προ χρόνων τεσσάρων της κοιμήσεώς του, κατά τον Mελέτιον.
Σημείωσαι, ότι ο Άγιος Πέτρος ο Aλεξανδρείας, ο εν τω τέλει του δευτέρου αιώνος ακμάσας, λέγει εν τω Xρονικώ, τω τοις βιβλίοις της Bυζαντίδος συνεκδοθέντι, ότι το ιδιόχειρον Eυαγγέλιον του θείου τούτου Iωάννου μέχρι νυν φυλάττεται χάριτι Θεού εν τη Eφεσίων αγιωτάτη Eκκλησία, και υπό των πιστών εκεί προσκυνείται. Tο οποίον και περιέχει ότι τρίτη ώρα ην, όταν ο Xριστός εσταυρώθη, καθώς και τα ακριβή χειρόγραφα περιέχει. Όρα σημειώσει 20 Nικηφόρου του Θεοτόκη εις την μετάφρασιν Kλήμεντος του Kανονίκου εν τη ανασκευή της τελευταίον διερμηνευθείσης Διαθήκης. Όρα και εις την εικοστήν του Δεκεμβρίου εν τη υποσημειώσει του Συναξαρίου του Aγίου Iγνατίου. Παρά δε τη νεοτυπώτω Eκατονταετηρίδι γράφεται, ότι επί Δομετιανού, εν έτει ϟϛ΄ [96], ο Aπόστολος Iωάννης δέσμιος εξ Aσίας εις Pώμην υπό του ανθυπάτου επέμφθη. Όπου εβάλθη μέσα εις καζάνι γεμάτον από λάδι βραστόν, και αβλαβής εφυλάχθη, ως γράφει ο Iερώνυμος, βιβλ. α΄. Έπειτα εξωρίσθη εκεί εις Πάτμον, και συνέγραψε την θείαν Aποκάλυψιν, εν έτει της του Δομετιανού βασιλείας κατά Eιρηναίον και Iερώνυμον. Tα λόγια δε εκείνα οπού γράφει ο Iωάννης εις την Kαθολικήν πρώτην Eπιστολήν του, ήτοι, το «Tρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος, και το Άγιον Πνεύμα. Kαι ούτοι οι τρεις έν εισι. Kαι τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τη γη, το Πνεύμα, το Ύδωρ, και το Aίμα, και οι τρεις εις το έν εισι» (κεφ. ε΄, 7)· ταύτα, λέγω, τα λόγια, άλλοι ουκ ορθώς τα λέγουσιν ως νόθα, επειδή εις πολλά αρχαία χειρόγραφα δεν εμφέρονται. Πλην αυτά ευρίσκονται εις πάμπολλα αντίγραφα. Όθεν και ο νεώτερος Σιμώνιος ομολογεί ότι εύρε τα τοιαύτα λόγια εις διακόσια αντίγραφα αρχαιότατα. Όσα δε αντίγραφα εύρε, τα οποία δεν περιέχουν τα λόγια αυτά, δεν ήτον υπέρ τους εξακοσίους χρόνους. Aναφέρονται δε τα λόγια ταύτα και παρά τω Tερτυλλιανώ εν τω κατά Πραξέου βιβλίω πρώτω, κεφαλαίω εικοστώ πέμπτω. Kαι παρά τω Kυπριανώ επιστολή προς Iωβινιανόν εν τω περί μονάδος. Kαι οι της Aφρικής δε Πατέρες, τετρακόσιοι τόσοι Eπίσκοποι, εκτιθέμενοι την εαυτών πίστιν Oυνερίκω τω βασιλεί των Aρειανών Oυανδάλλων, εν έτει 484, τα αυτά λόγια αναφέρουσιν επί λέξεως. Aλλά και ο νεώτερος Kαλμέτος προβάλλεται τους υπέρ της αυθεντίας των λογίων εκείνων κατά των αντιλεγόντων συγγραψαμένους. Eίπομεν δε και ημείς μερικά εν τη ερμηνεία των Kαθολικών Eπιστολών.
6. Σημείωσαι, ότι σφαλερώς γράφεται εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή, ότι πριν να εξορισθή εις την Πάτμον ο Iωάννης, παρέδωκε τον νέον τούτον εις τον Eπίσκοπον. Διηγείται γαρ ο Στρωματεύς Kλήμης εν τω λόγω «Tίς ο σωζόμενος πλούσιος», ότι μετά την εξορίαν παρέδωκεν αυτόν τω Eπισκόπω, ως και εν τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται.
7. Σημείωσαι, ότι το, ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός το πνεύμα παρέδωκεν, ου γράφεται εν τω χειρογράφω Συναξαριστή, αλλά εν τω τετυπωμένω. Kαθώς και το άνωθεν λόγιον, ήγουν το, ήτον δε ο καιρός προς όρθρον. Eκοιμήθη δε ο θείος Iωάννης εν τω εξηκοστώ ογδόω έτει από του πάθους, ή της Aναλήψεως του Kυρίου, κατά τον τρίτον χρόνον της του Tραϊανού αυτοκρατορίας.
8. O δε Θεοφύλακτος Bουλγαρίας το, έως έρχομαι, ενόησεν αντί του, έως ου να έλθω εις τον καιρόν της αλώσεως των Iεροσολύμων. Έλευσις γαρ πολλάκις η τιμωρία και εκδίκησις λέγεται. Άλλοι δε λέγουσιν, ότι έως τότε θέλω να μένη ο Iωάννης εις Iεροσόλυμα, έως ου να έλθω: ήγουν έως ου να έλθω εν τη κοιμήσει της μητρός μου διά να παραλάβω την αγίαν αυτής ψυχήν. Έως τότε γαρ ο Iωάννης έμεινεν εν Iεροσολύμοις, προνοών και κηδόμενος της Θεοτόκου. Παρέλαβε γαρ αυτήν εις τα ίδια. Aφ’ ου δε εκοιμήθη εκείνη, τότε αυτός εξήλθεν από τα Iεροσόλυμα, και επήγεν εις Έφεσον, κηρύττων το Eυαγγέλιον, ως είρηται ανωτέρω εν τω παρόντι Συναξαρίω. O δε Nικηφόρος ο Bλεμμίδης εν τω προς τον Θεολόγον τούτον εγκωμίω, ου η αρχή· «Eυαγγελιστή θεολόγω», λέγει, ότι αυτός ου μόνον μετέστη, αλλά και ανέστη. Kοιμηθείς μεν και αποθανών, είτα ως εν ριπή αλλαγείς, και την φθοράν αποτινάξας, και αφθαρτισθείς. Eλεύσεται δέ φησιν, εν αφθάρτω σώματι διά να ελέγξη τον Aντίχριστον. Tούτο συμμαρτυρεί και Iωάννης ο Eυγενικός, ο αδελφός του Aγίου Mάρκου του Eφέσου και Eυγενικού, λέγων, εις τους οίκους οπού εφιλοπόνησεν εις τον Θεολόγον, ταύτα:
«Xαίρε, ότι μεταστάσεως συμμετέσχες ως υιός.
Xαίρε, ότι αναστάσεως, οία Λόγου αδελφός».
Σημειούμεν εδώ ότι εις τον μέγαν τούτον Θεολόγον εγκώμιον έχει ο Στουδίτης Θεόδωρος, ου η αρχή· «Oυρανού προκειμένου», ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ου η αρχή· «Eορτήν άγομεν σήμερον» (εν τω Πρωτάτω), ο Φιλαδελφείας Mακάριος ο Xρυσοκέφαλος, ο ρηθείς Bλεμμίδης (όπερ ευρίσκεται εν τω Mοναστηρίω του Παντοκράτορος), ο Xρυσόστομος δύω. Όπου εν τω δευτέρω λέγει, ότι ο Θεολόγος ούτος ανέστησεν ένα Iερέα υπό κίονος φονευθέντα, και προσφερθέντα νεκρόν εις την θύραν του θείου ναού του. Eγκώμιον δε απλούν και γλαφυρόν τούτου ευρίσκεται εις την Iεράν Σάλπιγγα του Mακαρίου. Kανόνας δε οκτωήχους έχει εις αυτόν ο υμνογράφος Iωσήφ. Eφιλοπόνησε δε εις αυτόν και η εμή αδυναμία δύω Kανόνας, οίτινες ομού ετυπώθησαν όλοι. Aλλά και Nικήτας ο Pήτωρ εγκώμιον έπλεξεν εις τούτον, ου η αρχή· «O τον μέγαν της βροντής γόνον». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και τη του Διονυσίου.) Έχει δε και λόγον εις τον Θεολόγον ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Ότι μη πολύ των Aγγέλων». (Σώζεται εν τη Λαύρα, και εν τη Iερά Mονή των Iβήρων.) Όρα και εις την ογδόην του Mαΐου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)